Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Loving Vincent



Το 2017 θα είναι μία χρονιά που κινηματογραφικά μ' αφήνει όχι μόνο ικανοποιημένο αλλά κι ενθουσιασμένο με μία μεγάλη γκάμα αξιόλογων κι υπέροχων ταινιών. Μέχρι χθες θεωρούσα πως μεγάλο φαβορί για αγαπημένη ταινία της χρονιάς ήταν το αριστούργημα του Ξαβιέ Ντολάν "Ακριβώς στο Τέλος του Κόσμου". Όλα όμως άλλαξαν μόλις έσβησαν τα φώτα του κινηματογράφου Ιντεάλ κι άρχισε η προβολή μίας πραγματικά ξεχωριστής ταινίας στα χρονικά του κινηματογράφου. Αναφέρομαι σε ένα θαύμα της Τέχνης όπου ζωγραφική, κινηματογράφος, ποίηση, δοκίμιο και μουσική, έδεσαν τόσο όμορφα που μου πρόσφεραν ένα αξεπέραστο και μοναδικό διαμάντι. 
Όσον αφορά την ταινία, τo "Loving Vincent" μας παρουσιάζει τον θάνατο ενός μοναχικού ανθρώπου κι όχι το έργο του Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Εξάλλου όλη η ταινία είναι γυρισμένη μέσα από τους πίνακές του, καθώς όλη η παρακαταθήκη που άφησε ο σπουδαίος αυτός ζωγράφος ζωντανεύει στην μεγάλη οθόνη. Γνωστοί πίνακες όπως ο Έναστρος Ουρανός, το Κίτρινο Σπίτι, το Γαλάζιο Δωμάτιο, η Βεράντα του καφενείου την νύχτα, το Νυχτερινό Καφενείο, η Εκκλησία της Οβέρ σιρ Ουάζ, Στο κατώφλι της αιωνιότητας, η Μούσμε κι άλλοι τόσοι αποκτούν υπόσταση και γίνονται σημεία δράσης κι εξέλιξης στην ιστορία. 
Μετά τον ξαφνικό θάνατο του ζωγράφου, ο ταχυδρόμος του χωριού που ζούσε ο Βαν Γκογκ, στέλνει τον γιο του στο Παρίσι για να παραδώσει ένα γράμμα που είχε γράψει ο θανών στον αδελφό του. Όταν ο νεαρός φτάνει στην Πόλη του Φωτός μαθαίνει πως ο παραλήπτης πέθανε λίγους μήνες μετά τον θάνατο του ζωγράφου. Έτσι αποφασίζει να πάει στην πόλη που πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής του ο ζωγράφος για να συναντήσει ένα άλλο κοντινό του πρόσωπο. Εκεί θα ρθει σ' επαφή με ανθρώπους που έζησαν μαζί με τον καλλιτέχνη τις τελευταίες μέρες της ζωής του και συζητώντας μαζί τους θα αρχίσει να πλάθει την εικόνα ενός προσώπου που ποτέ δεν γνώρισε όσο βρισκόταν στη ζωή. Μέσα απ' αυτήν την αναζήτηση θα δημιουργηθεί μία απρόσμενη και συγκινητική συμπάθεια μεταξύ εκλιπόντος και ζώντος. 


Η ταινία είναι ένα ξεχωριστό αριστούργημα για πολλούς λόγους. Πρώτα απ' όλα έχει δημιουργηθεί εξ'ολοκλήρου από χέρια ζωγράφων. Εικαστικοί έχουν δώσει ζωή σε πίνακες όπου μέσα σ' αυτούς κινούνται οι φιγούρες κι εξελίσσεται ολόκληρη η ιστορία. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπω ανθρώπους να περπατούν κάτω από τον διάσημο Έναστρο Ουρανό, να συζητούν σε ένα δωμάτιο με τα θολά φώτα του Νυχτερινού Καφενείου και να χουν τυχαίες συναντήσεις έξω από την εκκλησία της Οβέρ σιρ Ουάζ.
Ο ενθουσιασμός μου όμως δεν μένει μόνο εκεί. Πολλές φορές έχω γράψει πως μία ταινία κερδίζει εντυπώσεις από κάποιες σκηνοθετικές "πινελιές". Η συγκεκριμένη ταινία είναι γεμάτη απ' αυτές. Τα τοπία, οι κλειστοί χώροι κι οι φιγούρες βρίσκονται σε μία συνεχή κίνηση κι αυτό χάρη στις συνεχόμενες πινελιές που ανανεώνουν τα πλάνα. Όμως αυτό που μένει σταθερό είναι το βλέμμα των προσώπων. Μάτια καθαρά γεμάτα γυαλάδα και λεπτομέρεια που τα κάνει απόκοσμα ζωντανά σε έναν κόσμο ζωγραφιστό. 
Έπειτα ήταν οι έντονες εναλλαγές. Το παρόν παρουσιαζόταν με το ύφος του Βαν Γκογκ ενώ το παρελθόν γινόταν ασπρόμαυρο και πιο καθαρό ζωγραφιστά, δίνοντας την αίσθηση ταινιών του ασπρόμαυρου κινηματογράφου. Σε κάθε ασπρόμαυρο πλάνο ερχόμασταν και πιο κοντά στον πλούσιο κι ευαίσθητο ψυχικό κόσμο του καλλιτέχνη ενώ στα έγχρωμα πλάνα συναντούσαμε το ταλέντο του αλλά και την προσπάθειά του να περιγράψει τον κόσμο όπως ο ίδιος τον έβλεπε. Επίσης η εναλλαγή αυτή φανερώνει την αναγνωρισιμότητα του καλλιτέχνη μετά θάνατον. Όσο ζούσε ήταν άγνωστος και μη αναγνωρισμένος οπότε το φόντο ήταν ασπρόμαυρο ενώ μετά το θάνατό του όπου εκτιμήθηκε το έργο του, όλος ο κόσμος περιγράφεται με τη δικιά του πινελιά.
Ένας ακόμη λόγος που λάτρεψα την ταινία ήταν τα μηνύματα που περνούσε. Οι δημιουργοί προσπάθησαν να περιγράψουν τη ψυχοσύνθεση ενός αυθεντικού καλλιτέχνη. Ο Βαν Γκογκ ήταν το μεγαλύτερο παιδί μιας οικογένειας αλλά όχι το πρώτο. Στη ζωή του βίωσε πολλές αποτυχίες, επιβαρύνοντας όλο και περισσότερο τη στάση που κρατούσαν οι γονείς του απέναντί του. Στα 28 του αποφάσισε να γίνει ζωγράφος με την υποστήριξη του μικρότερού του αδελφού. Έχοντας χάσει αρκετό χρόνο από τη ζωή του, προσπαθεί να αναρριχηθεί αμέσως στην καταξίωση και στην αναγνωρισιμότητα. Αυτό έχει ως συνέπεια να απογοητευτεί. Οι καλλιτεχνικές κλίκες κι οι σνομπ κενές προσωπικότητες θα τον οδηγήσουν σε μία εσωστρέφεια. Κι αν για άλλους το Παρίσι ήταν ο τερματικός σταθμός για τη καριέρα τους, για τον Βαν Γκογκ υπήρξε απλά ένα πέρασμα καθώς ο ίδιος αναζήτησε την έμπνευση στην ύπαιθρο και στην θαλπωρή ενός ιατρού καλλιτεχνών. 
Στην ύπαιθρο όμως επικρατεί η ίδια κατάσταση που συναντάμε και στην Ελλάδα, "μικρό χωριό κακοί κάτοικοι". Όλοι έπεσαν σαν βδέλλες πάνω στην εύθραυστη προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Ο καθένας αποζητούσε κάτι. Η μοναχικότητά του έγινε πόλος έλξης για μερικούς κι αφορμή χλευασμού κι εκμετάλλευσης από άλλους. Ο θάνατός του ήταν αναμενόμενος κι έγινε αμέσως θρύλος, αν και κανείς δεν έμαθε ποτέ τον τρόπο με τον οποίο πέθανε. Όλοι όμως είχαν από μία άποψη για τον λόγο που επέλεξε τον θάνατο ως σωτήρια λύση. Κι αυτές οι απόψεις μαζί συνθέτουν την προσωπικότητα αυτού του τόσο ευαίσθητου ανθρώπου. 


Επίσης η ταινία είναι γεμάτη από ποίηση. Οι διάλογοι είναι ξεκάθαροι και κοφτοί. Λείπει η κουραστική φλυαρία καθώς επικρατεί μία ειλικρινής στάσης απ' όλους απέναντι στην προσωπικότητα του καλλιτέχνη. Αυτό όμως που εξυψώνει τους συγκεκριμένους διαλόγους είναι η ποίηση. Συγκινήθηκα βαθύτατα με τα λόγια του γιατρού του Βαν Γκογκ, ο οποίος είπε πως οι πίνακες του καλλιτέχνη ήταν υπέρλαμπρα αστέρια πάνω στον ουρανό μόνο που ανάμεσά τους επικρατεί το απόλυτο σκοτάδι της μοναξιάς. Το ίδιο και με τα λόγια της κόρης του γιατρού η οποία τον ερωτεύτηκε (;), η οποία πατώντας πάνω στην περιέργεια του νεαρού που κουβαλάει το γράμμα του εκλιπόντος, τον κατηγορεί πως ενδιαφέρεται πολύ για τον θάνατο του καλλιτέχνη κι όχι για τη ζωή του. 
Έπειτα η ιστορία είναι γεμάτη συγκινητικές στιγμές. Οι μικρές εκμυστηριεύσεις των προσώπων, η στιγμή που ο γιος του ταχυδρόμου δέρνει κάποιους αλήτες που τραμπουκίζουν τον τρελό του χωριού αλλά κι η αποκάλυψη του γιατρού που δηλώνει πως ζήλευε τον Βαν Γκογκ διότι κι ο ίδιος ήθελε να γίνει κάποτε ζωγράφος, δίνουν μια απολύτως ανθρώπινη υπόσταση στο έργο κάνοντας την φυσιογνωμία του Βαν Γκογκ όλο και πιο οικεία σε μας. 
Η ταινία αφήνει την υπόνοια πως ποτέ δε θα μάθουμε τα αίτια θανάτου του ζωγράφου. Μας επισημαίνει όμως πως ο Βαν Γκογκ έφυγε παραπονεμένος διότι ποτέ δεν καταξιώθηκε και δεν έμοιασε στους άλλους, εννοώντας την καλλιτεχνική μπουρζουαζία της κάθε εποχής. Εκείνο το μίασμα που νομίζει πως έχει όλη τη γνώση και την καλλιτεχνική ευαισθησία, μόνο που στην πραγματικότητα είναι μία κλειστή ομάδα κομπλεξικών ανθρώπων που προσπαθούν να ξεχωρίσουν με φανφάρες και έργα άνευ ουσίας κι αξίας. Κάθε εποχή έχει τους δικούς τους όπως κι η σημερινή. 
Γι' αυτό η ταινία μας μεταφέρει τη κραυγή ενός ασυμβίβαστου καλλιτέχνη, ο οποίος μας συμβουλεύει να γυρίσουμε την πλάτη σ' όλα αυτά τα καθάρματα που καταστρέφουν κάθε έννοια και μορφή της Τέχνης, και μας παροτρύνει να βαδίσει ο καθένας τον δικό του μοναχικό δρόμο αρκεί να είναι ειλικρινής γεμάτος ουσία, πάθος κι έρωτα. 
Κλείνοντας δε γίνεται να μην αναφέρω πως τα υπέροχα πλάνα της ταινίας ντύνονται με τη μουσική του πολυαγαπημένου μουσικοσυνθέτη Clint Mansell. Ένας απερίγραπτος ενθουσιασμός με κυρίευσε μόλις διάβασα το όνομά του στους τίτλους αρχής.
Τέλος θέλω να επισημάνω πως οι δημιουργοί της ταινίας εμπνεύστηκαν τόσο από τους πίνακες του Βαν Γκογκ όσο κι από τις φωτογραφίες-ντοκουμέντα από τη ζωή του. Αυτό αποδεικνύει πως το αποτέλεσμα δεν πέτυχε μόνο από το μεράκι των καλλιτεχνών αλλά κι από την εξονυχιστική μελέτη που πραγματοποίησαν γύρω από τη ζωή του ζωγράφου. Ένας ακόμη λόγος που αγάπησα την ταινία είναι πως μες στους καλλιτέχνες υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων δημιουργών.


Το Loving Vincent δεν είναι μία ακόμη κινηματογραφική ταινία αλλά μία απερίγραπτη εμπειρία συγκίνησης, αισιοδοξίας κι αγάπης για τη ζωή. Μία εκπληκτική αποτύπωση του έρωτα με όλη τη σημασία της λέξεως.
Ένας ύμνος στους ανθρώπους που τους τρώει η μοναξιά επειδή ξεχωρίζουν, πέφτοντας έτσι στην παγίδα της επιθυμίας να μοιάσουν στους υπόλοιπους ή να αποδείξουν την αξία τους σε μία κενή κι αδιάφορη κοινωνία.
Με σιγουριά δηλώνω πως είναι η καλύτερη ταινία της χρονιάς.

Βαθμολογία: 10/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου