Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Δουνκέρκη


Για μένα η φθινοπωρινή περίοδος ξεκινάει άτυπα με την πρώτη προβολή ταινίας σε κλειστή αίθουσα. Κι επειδή μου αρέσει να τηρώ κάποιες παραδόσεις, ξεκινάω πάντα τη χειμερινή κινηματογραφική σεζόν στον πολυαγαπημένο μου Μικρόκοσμο, ο οποίος πάντα προσφέρει μία αισιόδοξη νότα με τις εξαιρετικές του προτάσεις. Φέτος η χρονιά ξεκίνησε με την πολυαναμενόμενη αντιπολεμική ταινία του Κρίστοφερ Νόλαν, Δουνκέρκη.  
Η ταινία ξεχωρίζει αρχικά για το ιστορικό της θέμα, κάτι το οποίο την χαρακτηρίζει ως ταινία επιβίωσης κι όχι πολεμική. Δεν αναφέρεται για μία από τις πολεμικές επιτυχίες των Συμμάχων του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά σε μία άτακτη φυγή που τελικά στέφθηκε με μεγάλη επιτυχία. Κατά τη διάρκεια της προβολής, βρήκα κι άλλους λόγους που κάνουν ξεχωριστή αυτή τη ταινία. 
Ιστορικά η Δουνκέρκη αναφέρεται στην αποχώρηση των εγκλωβισμένων βρετανικών στρατευμάτων από τις γαλλικές ακτές στην Αγγλία, μετά την επέλαση των ναζί. Η άναρχη φυγή τους συνοδεύεται με τον πανικό από τον ήχο των γερμανικών στούκας, τα οποία περνούν συνέχεια πάνω από τα κεφάλια των φαντάρων σκορπώντας τρόμο και θάνατο. Την ίδια στιγμή τα πλοία ανατινάζονται και βυθίζονται από τορπίλες και βομβαρδισμούς. Η διάσωση έστω και μερικών χιλιάδων Βρετανών φαντάζει ικανοποιητική στα μάτια του Τσόρτσιλ, ο οποίος ζητάει να επιστρέψουν στην Αγγλία τουλάχιστον 30.000 από τους 400.000 που βρίσκονται εκεί. Μία αντίστοιχη επιχείρηση μικρότερης κλίμακας είχε στηθεί και στην Ελλάδα μετά την κάθοδο των ναζί στα Βαλκάνια, όπου αρκετοί Βρετανοί στρατιώτες αποχώρησαν από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και της Κρήτης προς Τουρκία, Μέση Ανατολή κι Αίγυπτο.


Το ξεκίνημα της ταινίας είναι αρκετά δυνατό, ίσως από τα δυνατότερα που έχω δει στις σκοτεινές αίθουσες. Η νεκρική σιωπή μιας άδειας πόλης γεμίζει ποδοβολητά, σφαίρες και κραυγές πόνου και θανάτου. Από μία ενέδρα Γερμανών, γλιτώνει ένας μόνο φαντάρος, ο οποίος αφού περνάει το γαλλικό μπλοκ, βγαίνει στην ακτή της Δουνκέρκης όπου βρίσκονται τα βρετανικά στρατεύματα. Όαση ανθρωπισμού η στιγμή που ένας Γάλλος στρατιώτης πιάνει τον Βρετανό από το μπράτσο και με ένα βλέμμα γεμάτο αντιφατικά συναισθήματα του εύχεται "καλό ταξίδι". 
Εντυπωσιακό είναι πως η ένταση των πρώτων λεπτών παραμένει αμείωτη ως το τέλος, κάτι που με καθήλωσε στην αναπαυτική καρέκλα του Μικρόκοσμου και μου κοψε την ανάσα σε πολλές σκηνές. Τι είναι όμως αυτό που κάνει την συγκεκριμένη ταινία ξεχωριστή στο είδος της;
Πρώτα απ' όλα εντυπωσιάστηκα με την απουσία φλύαρων προσώπων. Έχω βαρεθεί πλέον ένα συνηθισμένο χαρακτηριστικό των πολεμικών ταινιών, όπου ξαφνικά όλους τους πιάνει μία ανάγκη εξωτερίκευσης του ψυχικού τους κόσμου. Στο Δουνκέρκη δε μιλάει κανείς για τον εαυτό του, για τους ανθρώπους του, για τα παιδικά του χρόνια ή για τις συντρόφους που τους περιμένουν στην πατρίδα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δείχνουν όλοι ίσοι απέναντι στην κόλαση που τους περιβάλλει. Εξάλλου σε έναν πόλεμο, το σημαντικότερο είναι η επιβίωση κι όχι η ψυχοθεραπεία. Έπειτα η βουβή στάση των φαντάρων βοήθησε αρκετά στην εισχώρησή μου μέσα στην ταινία. Ένιωθα κι εγώ να στέκομαι μαζί τους στην παραλία βουβός και φοβισμένος, περιμένοντας τη σειρά μου για να περάσω απέναντι.
Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι η εξιστόρηση των γεγονότων. Η Δουνκέρκη χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, σε κείνο της στεριάς, της θάλασσας και του αέρα. Η περιγραφή εξελίσσεται παράλληλα από τρεις διαφορετικές σκοπιές, προσφέροντας μ' αυτόν τον τρόπο μια σφαιρικότερη αντίληψη της όλης κατάστασης. Στη στεριά έχουμε τους φαντάρους που θέλουν να περάσουν απέναντι, στον αέρα τους πιλότους που κάνουν βόλτες πάνω από τις ακτές για να προστατεύσουν στα βρετανικά στρατεύματα και τα πλοία από τα εχθρικά βομβαρδιστικά και τέλος στη θάλασσα απλούς πολίτες που είναι ιδιοκτήτες επιταγμένων σκαφών τα οποία στέλνονται στις γαλλικές ακτές για να βοηθήσουν στην αποχώρηση των στρατιωτών. Καθώς η ιστορία προχωράει, τα τρία κεφάλαια συγκλίνουν κι ενώνονται σε ένα συγκλονιστικό φινάλε. 
Το τρίτο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι τα υπέροχα πλάνα. Κάθε σκηνή έχει ιδιαίτερη ισορροπία αλλά και μεγάλο βάθος. Η απεραντοσύνη του ουρανού στις αερομαχίες προσφέρει από την μία την απόλυτη ελευθερία που δικαιούται κάθε άνθρωπος αλλά παράλληλα κι έναν φόβο θανάτου με τις συνεχόμενες αερομαχίες. Την ίδια απεραντοσύνη έχει κι η ακτή με τη θάλασσα, η οποία από την μία μας ταξιδεύει νοητά αλλά από την άλλη στέκεται εμπόδιο στη σωτηρία.


Αυτό όμως που κάνει την Δουνκέρκη να ξεχωρίσει αλλά και να ξεπεράσει άλλες αντιπολεμικές ταινίες είναι η οπτική της γωνία στο ιστορικό γεγονός κι ο τρόπος που το προβάλλει. Για πρώτη φορά ο εχθρός είναι αόρατος. Σε κανένα πλάνο δε βλέπουμε Γερμανούς. Η παρουσία του εχθρού γίνεται αισθητή κυρίως με τον ήχο των αεροπλάνων, τη βροχή των σφαιρών και με τις εκρήξεις των οβίδων. Ο κινητήρας των στούκας αναγκάζει αρκετά κεφάλια να σηκώσουν φοβισμένα το βλέμμα τους στον ουρανό λίγο πριν σκύψουν για να γλιτώσουν από τις σφαίρες και τις εκρήξεις. Την μέρα οι επιθέσεις γίνονται από αεροπλάνα και την νύχτα από υποβρύχια. Ποτέ κατά μέτωπο. Σ' αυτό το χαρακτηριστικό της ταινίας, μάλλον έχουμε το πάντρεμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου με τον σημερινό μεγάλο πόλεμο της τρομοκρατίας στην Ευρώπη. Όπως σήμερα οι τρομοκράτες είναι αόρατοι και σπέρνουν τον θάνατο σε ανύποπτο χρόνο, έτσι κι οι Γερμανοί δεν φανερώνονται πουθενά στην ταινία αλλά είναι πάντα παρόντες.
Τέλος η ταινία περνάει επίκαιρα πολιτικά μηνύματα, δίνοντας με τον τρόπο της ένα ισχυρό χαστούκι στο Brexit. Κι ενώ στην αρχή χτυπάει άσχημα η εικόνα όπου Βρετανοί απαγορεύουν σε Γάλλους να φτάσουν στην αποβάθρα, λέγοντάς τους πως μόνο εκείνοι έχουν το δικαίωμα να αναχωρήσουν, δείχνοντας μ' αυτόν τον τρόπο μία έλλειψη συμμαχικής κι ανθρωπιστικής αλληλεγγύης, στο τέλος ο αξιωματικός της όλης επιχείρησης αποφασίζει να μείνει στην Γαλλία για να βοηθήσει τους συμμάχους, περνώντας μ' αυτόν τον τρόπο ένα μήνυμα ευρωπαϊκής ενότητας και συνεργασίας.
Το Δουνκέρκη δεν είναι μόνο μία εξαιρετική αντιπολεμική ταινία. Γίνεται παράλληλα μια βιωματική εμπειρία για κάθε θεατή που καταφέρνει να αιχμαλωτίστει από το πρώτο λεπτό, κι αυτό οφείλεται τόσο από την εκπληκτική φωτογραφία του Χόιτε βαν Χοϊτέμα όσο κι από τα δυνατά ηχητικά εφέ του Ρίτσαρντ Κινγκ (η ταινία παίζει περισσότερο με τον ήχο παρά με την εικόνα).
Ο Κρίστοφερ Νόλαν, μετά το απογοητευτικό Interstellar επιστρέφει με την δυνατότερη ταινία της κινηματογραφικής του πορείας, προσφέροντάς μας ένα αντιπολεμικό αριστούργημα, το οποίο είναι γυρισμένο μόνο για κινηματογραφικές αίθουσες. Η ταινία σίγουρα θα χάσει σε οθόνες τηλεοράσεων ή υπολογιστών. Οπότε συνιστώ να το απολαύσετε οπωσδήποτε σε σκοτεινές αίθουσες.

Βαθμολογία: 8/10

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου