Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

Το μέλλον της ουτοπίας



του Θανάση Γιαλκέτση

Πώς μπορούμε να φανταστούμε ένα διαφορετικό μέλλον; Μπορούμε να επεξεργαστούμε εναλλακτικά σενάρια για έναν καλύτερο κόσμο χωρίς τη συνδρομή της ουτοπικής σκέψης; Στην τύχη της ουτοπίας αναφέρονται, στα κείμενα που ακολουθούν, ο Μαουρίτσιο Φερέρα, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης σε Πανεπιστήμιο του Μιλάνου και η Ντονατέλα Ντι Τσέζαρε, καθηγήτρια Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο La Sapienza της Ρώμης.

Μαουρίτσιο Φερέρα: Σύμφωνα με τον γνωστό ορισμό του Οτο φον Μπίσμαρκ, η πολιτική είναι «η τέχνη του εφικτού». Πώς μπορούμε όμως να προσδιορίσουμε το πεδίο του πολιτικά εφικτού; Οι στρατηγικές είναι ουσιαστικά δύο. Η πρώτη είναι η ρεαλιστική: μπορούμε να κάνουμε μόνον αυτό που μας επιτρέπεται από το πλαίσιο στο οποίο δρούμε, επιλύοντας τα προβλήματα με τα διαθέσιμα μέσα και συνθέτοντας τις συγκρούσεις στο εσωτερικό των ισχυόντων θεσμών.
Η δεύτερη στρατηγική είναι η ιδεαλιστική: η πραγματικότητα μπορεί να μετασχηματιστεί, ακόμη και ριζικά, με βάση μεγάλα σχέδια και ουτοπικά οράματα, ικανά να βλέπουν πέρα από τον ορίζοντα του «εδώ και τώρα». Ο 20ός αιώνας ακολούθησε, για το καλό και για το κακό, κυρίως τον ιδεαλιστικό δρόμο.
Εφτιαξε παλιγγενετικές ουτοπίες, όπως ο κομμουνισμός ή ο φασισμός και ο ναζισμός, και σε ορισμένα περιβάλλοντα τις επέβαλε με τη βία, ανοίγοντας πρωτόγνωρους ορίζοντες καταπίεσης. Επεξεργάστηκε όμως και ιδεολογίες, βασιζόμενες στη συναίνεση και στα δικαιώματα, όπως η φιλελεύθερη δημοκρατία, ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, ο λαϊκός χριστιανισμός. Μετριάζοντας τις ιδεώδεις βλέψεις με τον πραγματισμό και κυρίως με την απόρριψη της βίας, αυτές οι «ευγενείς ουτοπίες» ενέπνευσαν εξαιρετικούς μετασχηματισμούς, από την καθολική ψήφο ώς το κράτος πρόνοιας.
Ο νέος αιώνας άρχισε με μιαν υπερβολικά ρεαλιστική αναδίπλωση. Η παγκοσμιοποίηση περιέπλεξε τρομερά τα προβλήματα, τα οποία ήδη ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα. Η πολιτική έχασε έτσι την τάση της προς το ιδεώδες, υποβαθμιζόμενη σε διακυβέρνηση του υπάρχοντος, στη διαχείριση των «συστημικών επιταγών» που συνδέονται με τη λειτουργία του νομίσματος και των αγορών.
Από τις παλιγγενετικές και απολυταρχικές ουτοπίες του προηγούμενου αιώνα περάσαμε στο αντίθετο άκρο: σε κυβερνητικά προγράμματα των οποίων ο μοναδικός σκοπός είναι να υλοποιούν «αυτό που είναι αναγκαίο», σύμφωνα με τις υπαγορεύσεις τεχνοκρατικών θεσμών. Η σταθερότητα των αγορών και η ανάπτυξη είναι σημαντικά πολιτικά αγαθά, αλλά δεν είναι τα μοναδικά πολιτικά αγαθά. Οπως μας διδάσκει η εμπειρία του 20ού αιώνα, μετρούν πολύ και η διανεμητική δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη, τα δικαιώματα ελευθερίας και δημοκρατικής συμμετοχής.
Αν η πολιτική δεν κατορθώνει να συμφιλιώνει όλες αυτές τις αξίες, το τίμημα που καλούμαστε να πληρώσουμε είναι υψηλό. Το βλέπουμε με την άνοδο του λαϊκισμού, ο οποίος συλλέγει και διεγείρει τη δυσαρέσκεια του «κοσμάκη» εναντίον των «ελίτ», υπονομεύει τη νομιμοποίηση του status quo, αλλά είναι ανίκανος να επεξεργαστεί λογικές και εποικοδομητικές προτάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, πώς μπορούμε να ανακτήσουμε το πάθος για το ιδεώδες;
Η πρόκληση αφορά με ιδιαίτερα επείγοντα τρόπο την ευρωπαϊκή ήπειρο. Και η λύση δεν μπορεί παρά να περνάει από την αναζωογόνηση μιας άλλης ευγενούς ουτοπίας του προηγούμενου αιώνα: της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Αυτό το σχέδιο έχει πέσει στο τέλμα του υπερβολικού ρεαλισμού. Πρέπει, αντίθετα, να προωθηθεί ως ένα μεγάλο σχέδιο, που αποβλέπει σε έναν νέο συνδυασμό (όλων) των ιδεωδών του 20ού αιώνα σε μεταεθνική κλίμακα. Ενα αφελές και ανέφικτο όνειρο; Ισως. Ας θυμηθούμε όμως τα λόγια του Μαξ Βέμπερ: Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να πετύχουμε το μέγιστο δυνατό, αν δεν επιδιώκουμε πάντα το ανέφικτο.

Ντονατέλα Ντι Τσέζαρε: Πώς θα μπορέσουμε να φανταστούμε τον τόπο στον οποίο θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί μια ευτυχισμένη πολιτική κοινότητα, αν η ιστορία έχει ήδη τελειώσει, αν έχουμε ήδη μπει στην εποχή της μεταϊστορίας; Αυτό το ερώτημα έχει βασανίσει τη φιλοσοφία των τελευταίων δεκαετιών.
Η ουτοπία, που με αφετηρία τον Πλάτωνα υπήρξε ο πολικός αστέρας της φιλοσοφίας, φαίνεται να παρακμάζει στον νέο αιώνα, αφού προηγουμένως υπήρξε ο σχεδόν αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής του 20ού αιώνα. Ηδη ο Νίτσε, απαράμιλλος ερμηνευτής της νεωτερικότητας, είχε προειδοποιήσει εναντίον της αυταπάτης ότι η πορεία της ιστορίας έχει κάποιο νόημα, που θα μπορούσε να αποκωδικοποιηθεί ως διαρκής πρόοδος.
Ωστόσο, αυτό το γίγνεσθαι δεν οδηγεί πουθενά. Από τότε έχει επικρατήσει η ιδέα ότι η ιστορία έχει μπει σε μια φάση αμετάκλητης στασιμότητας. Αυτή η αγωνία αποκλήθηκε «μεταϊστορία» και γέννησε διαφορετικές ερμηνείες στη Δεξιά και στην Αριστερά.
Υπήρξε όμως και εκείνος, όπως ο Ρώσος φιλόσοφος Αλεξάντρ Κοζέβ, που δεν δίστασε να μιλήσει ανοιχτά για «τέλος της Ιστορίας». Είναι η πλανητική αυτοκρατορία της τεχνικής εκείνη που –όπως είχε ορθά διαβλέψει ο Χάιντεγκερ– έχει αγγίξει ένα σημείο χωρίς επιστροφή: τίποτα νέο δεν μπορεί να συμβεί. Κανείς δεν κατορθώνει πλέον ούτε καν να σχεδιάσει μια νέα εικόνα του κόσμου. Ακόμη λιγότερο μπορεί να το κάνει αυτό η φιλοσοφία.
Στο πολιτικό πεδίο, η μεταϊστορία μεταφράζεται σε μια γραφειοκρατική διαχείριση που είναι αδύνατον να την ανατρέψουμε. Αυτό το τελικό στάδιο ερμηνεύτηκε από τον νεοσυντηρητικό Φράνσις Φουκουγιάμα ως μια οριστική νίκη της φιλελεύθερης Δύσης. Μπήκαμε στην εποχή του «τέλους της Ιστορίας», έγραφε το 1991, επειδή μόνο το σύστημα του φιλελευθερισμού θα κυριαρχεί για πάντα στην παγκόσμια πολιτική.
Ηταν τα χρόνια του λιωσίματος των πάγων, μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Αφού το οξυγόνο της Ιστορίας είχε εξαντληθεί, φαινόταν να έχει σβήσει και η φωτιά της ουτοπίας. Στη Γηραιά Ηπειρο τα οχυρά της ουτοπικής σκέψης έπεφταν το ένα μετά το άλλο. Το 1977 πέθανε ο Ερνστ Μπλοχ, ο οποίος είχε προσπαθήσει να επανεντάξει στη δυτική παράδοση τον μαρξισμό, αποσπώντας τον από τον ξεπεσμό του υπαρκτού σοσιαλισμού. Επειτα από αυτόν, στη Γερμανία η Σχολή της Φρανκφούρτης, κληρονόμος της κριτικής θεωρίας του Αντόρνο και του Χορκχάιμερ, υιοθέτησε ήδη με τον Χάμπερμας όλο και πιο κανονιστικούς τόνους.
Από την άλλη μεριά, στην Ευρώπη, όπως και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο μηδενισμός εμφανίστηκε, μέχρι την αυγή του νέου αιώνα, ως η μοναδική απάντηση σε μια κρίση που δεν έπληττε μόνον τις αξίες αλλά και τα προγράμματα.
Μαζί με την ουτοπία φαινόταν να χάνεται και το ίδιο το μέλλον, το οποίο γινόταν, σύμφωνα με τη διατύπωση του Βιριλιό, ένα «ατύχημα». Ωσάν να έπρεπε να κυριαρχεί μόνον ένα επαναλαμβανόμενο παρόν. Και ενώ η αναλυτική φιλοσοφία υπήρξε πάντα αδιαπέραστη από την ουτοπία, η ηπειρωτική φιλοσοφία εκείνα τα χρόνια διαιρέθηκε ανάμεσα στον νέο ρεαλισμό, τον αποφασισμένο να ανακτήσει την «πραγματικότητα» των γεγονότων, και εκείνα τα ρεύματα τα οποία, εν μέρει αντλώντας και από την πολιτική θεολογία και από τον εβραϊκό μεσσιανισμό, από τον Σόλεμ ώς τον Μπένγιαμιν, ξανάρχισαν, έστω μελαγχολικά, να βλέπουν πέρα από την κυριαρχία του παγκόσμιου κεφαλαίου.
Συγκλίνουν σε αυτή τη βλέψη και εκείνες οι κατευθύνσεις της πολιτικής φιλοσοφίας που, χωρίς ποτέ να απομακρύνονται από μια κριτική ερμηνεία του μαρξισμού, μετά το «τέλος της Ιστορίας», ξανασκέφτονται σήμερα την επανάσταση.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου