Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2016

Μόσταρ, το τοξωτό μαργαριτάρι των Βαλκανίων




Το Μόσταρ είναι ο επίλογος του μεγάλου ταξιδιού στα Δυτικά Βαλκάνια. Ένα πανέμορφο χωριό, το οποίο έζησε κι αυτό τη φρίκη του πολέμου της Βοσνίας. Έχω παρακολουθήσει αρκετές φορές το βίντεο-ντοκουμέντο με την ανατίναξη του τοξωτού γεφυριού από ένα κροατικό τανκς. Η ίδια ανατριχίλα, κάθε φορά που βλέπω το μνημείο αυτό να γίνεται χίλια κομμάτια και να χάνεται κάτω από τα νερά του ποταμού, ενώ την ίδια στιγμή οι Κροάτες πανηγυρίζουν το κατόρθωμά τους με ριπές στον αέρα. Μετά από 20 χρόνια αποφασίστηκε να χτιστεί ξανά το γεφύρι, με βάση το αρχικό του σχέδιο. Η απόφαση αυτή με συγκίνησε πολύ, κάνοντας από τότε το Μόσταρ έναν από τους πιο ποθητούς προορισμούς που είχα. Γι' αυτό και περίμενα με ανυπομονησία τη μέρα που θα φτάναμε με το αμάξι σ' αυτό το πανέμορφο χωριό.
Ξεκινήσαμε νωρίς από το Σαράγεβο. Ο καιρός έδειχνε πως επιτέλους οι περίπατοί μας θα συντροφεύονταν από τα χάδια του ήλιου. Φεύγοντας από την πρωτεύουσα της Βοσνίας, διασχίσαμε ένα ακόμη φαράγγι. Θεόρατοι βραχώδεις όγκοι κρέμονταν απειλητικά πάνω από τα κεφάλια μας ενώ τα δέντρα μας έδιναν μία ανόητη ασφάλεια, πως οι ρίζες και οι πυκνές τους φυλλωσιές θα μας προστάτευαν από μία κατολίσθηση (00:06-00:16).
Λίγο πριν φτάσουμε στο Μόσταρ, κάναμε μία μικρή στάση στο Μπλαγκαζ (00:17-00:44). Κάτω από έναν απότομο γκρεμό βρίσκεται ο τεκές του Δερβίση. Ένα διακριτικό παλατάκι, πλούσιο από οθωμανικά και μεσογειακά αρχιτεκτονικά στοιχεία, το οποίο στέκεται περήφανο δίπλα ακριβώς από τις πηγές του ποταμού Μπούνα. Το νερό έβγαινε ορμητικά μέσα από μία σπηλιά, μιας και οι βροχές που έπεσαν εκείνες τις μέρες είχαν φουσκώσει αρκετά το ποτάμι. Η στάθμη του είχε ανέβει ψηλά μ' αποτέλεσμα η είσοδος της σπηλιάς να φαίνεται ελάχιστα ενώ οι αποβάθρες με τις βαρκούλες και τα τραπεζάκια των γύρω εστιατορίων, είχαν κάμποσα αρκετά εκατοστά κάτω από το νερό. Όμως ο κόσμος απτόητος απολάμβανε τον περίπατο και το φαγητό τους δίπλα στο ποτάμι κι αρκετοί επισκέπτες φωτογραφίζονταν με φόντο το παλατάκι και το γκρεμό. Κι εμείς με τη σειρά μας, αναζητήσαμε κάποιο μονοπάτι που θα μας οδηγούσε όσον το δυνατόν πιο κοντά στην πηγή. Όμως το ποτάμι δε συμφώνησε στην ιδέα μας. Με απειλητικές διαθέσεις μας κρατούσε μερικές δεκάδες μέτρα μακριά από την είσοδο της σπηλιάς. Δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να γυρίσουμε στο αμάξι και να αναχωρήσουμε για το Μόσταρ.
Το Μόσταρ σημαίνει "αυτός που φυλάει τη γέφυρα". Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως το απόλυτο σύμβολο της πόλης (και της ευρύτερης περιοχής) είναι η τοξωτή γέφυρα, η οποία υπήρξε σημαντικό γεωστρατηγικό σημείο της Ερζεγοβίνης και του ποταμού Νερέτβα. Αν και υπάρχουν ίχνη από τα προϊστορικά χρόνια, το Μόσταρ απέκτησε ισχύ από τον 16ο αιώνα και μετά.
Το τοξωτό γεφύρι (02:57-04:21) σχεδιάστηκε από τον σπουδαίο αρχιτέκτονα Μιμάρ Χαϊρουντίν μετά από εντολή του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπή. Το χτίσιμο ξεκίνησε στις 24 Οκτωβρίου του 1557 κι ολοκληρώθηκε εννιά χρόνια μετά. Ο θρύλος λέει πως ο Χαϊρουντίν ποτέ δεν είδε την ολοκλήρωση του διότι το έσκασε λίγο καιρό πριν τα εγκαίνια. Αφορμή στάθηκε η απειλή του σουλτάνου, ο οποίος τους ξεκαθάρισε πως θα του έπαιρνε το κεφάλι αν η καμάρα κατέρρεε. Το γεφύρι τελικά έμεινε όρθιο για πάνω από τέσσερις αιώνες μέχρι τις 9 Νοεμβρίου του 1993, την μέρα που ανατινάχθηκε από ένα κροατικό τανκς.
Απ' όλους του θρύλους που ακούγονται για το γεφύρι, μόνο ένας παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα. Λέγεται πως στα εγκαίνιά του πολλοί κάτοικοι της πόλης το γιόρτασαν βουτώντας από τη γέφυρα στο ποτάμι, από ένα ύψος 20 μέτρα. Θαρραλέες βουτιές οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα.
Στα παλιά χρόνια, το τοξωτό γεφύρι προστατευόταν από δύο μεγάλους πύργους, από τους οποίος ο ένας σήμερα στεγάζει το μουσείο της Παλιάς Γέφυρας. Σε ένα άλλο κτίριο του μνημείου, φιλοξενείται μία φωτογραφική έκθεση για τα χρόνια του πολέμου. Η Τουρκία έχει βάλει το χεράκι της στην οικονομική ενίσχυση αυτής της έκθεσης, μια κίνηση φανερή μιας και σε αρκετές φωτογραφίες πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο Ερντογάν (ειδικά στα εγκαίνια της αναστηλωμένης γέφυρας). Τόσο στην συγκεκριμένη φωτογραφική έκθεση, όσο και σε διάφορα γκράφιτι που παρατήρησα στους δρόμους της πόλης, διέκρινα ένα άσβεστο μίσος μόνο προς τους Σέρβους, μιας και η σχέση με τους Κροάτες έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια (01:34-01:44). Από τώρα προσπαθούν κάποιοι να σβήσουν τα εγκλήματα της μίας πλευράς, τη στιγμή που κρατούν εσκεμμένα κάποια άλλα μέτωπα ανοιχτά. Λάθη που έχουν συμβεί στη χώρα μας σε παλιότερες δεκαετίες, βλέπω να συμβαίνουν την σήμερον εποχή στην Βοσνία.
Κι ενώ σβήνουν κάποια κομμάτια της ιστορίας, κάποια άλλα τα κρατούν ζωντανά, όπως για παράδειγμα το ξενοδοχείο Neretva (00:49-01:03), το οποίο μας υποδέχεται σε μία από τις εισόδους που οδηγούν προς το κέντρο της πόλης. Με έναν ξύλινο σκελετό κρατούν την πληγωμένη πρόσοψη του κτιρίου. Το πλούσιο παρελθόν του χάνεται από τις τρύπες που άφησαν οι σφαίρες στην όψη του. Διατηρεί όμως πεντακάθαρα τη φρίκη του πολέμου που βιώσε τόσο το κτίριο όσο κι η υπόλοιπη πόλη. Στάθηκα γι αρκετή ώρα στην γέφυρα Tito και το παρατηρούσα. Προσπαθούσα να φέρω στο μυαλό μου τις δονήσεις του εδάφους από τις εκρήξεις των οβίδων αλλά και από τα ποδοβολητά των κατοίκων καθώς έτρεχαν για να προφυλαχθούν από τις σφαίρες. Λίγο πιο κάτω, ένα κτίριο απομεινάρι του παλιού καθεστώτος (01:04) κρατάει ανοιχτή τη πληγή που του προξένησε ένα βλήμα. Μία μωβ μπογιά έχει τρέξει προς τα κάτω, υποδηλώνοντας πως και τα κτίρια αιμορραγούν. Εξάλλου δε τραυματίζονται μόνο οι άνθρωποι σε έναν πόλεμο. Περπατώντας προς το κέντρο, αντίκρισα κι άλλες πληγές (01:04-01:33)...
Μετά από λίγη ώρα, βρεθήκαμε στην καρδιά της πόλης. Εκεί που κάποτε ήταν κρυμμένοι οι στρατιώτες και πολεμούσαν σε έναν ανορθόδοξο πόλεμο, σήμερα συναντάμε καφετέριες, μπαράκια και μαγαζιά με αναμνηστικά (02:11-02:31). Εκεί που κάποτε οι τοίχοι ήταν μαυρισμένοι από τις εκρήξεις και τις φλόγες, σήμερα αρκετές είναι καθαρές και καλυμμένες με χαρούμενα χρώματα.
Κάτω ακριβώς από την τοξωτό γέφυρα σχηματίζεται μία μικρή όχθη. Εκεί συνάντησα αρκετούς νέους να κάθονται δίπλα στο ποτάμι. Άλλοι μιλούσαν, άλλοι φωτογραφιζόντουσαν κι ορισμένοι περπατούσαν γύρω από τα απομεινάρια της παλιάς γέφυρας. (02:32-02:46). Προς το απόγευμα το ποτάμι είχε φουσκώσει, βυθίζοντας ένα μεγάλο μέρος της όχθης (02:47).
Την ώρα που ο ήλιος άγγιζε τις κορυφογραμμές των γύρω βουνών, άρχισαν να αντηχούν σ' ολόκληρη την κοιλάδα οι φωνές των ιμάμηδων. Η πόλη είναι γεμάτη τζαμιά με κυριότερα το τζαμί του πασά και το περίφημο τζαμί του Καραντιόζ Μπεκ. Στην μία όμως πλευρά (εκεί που ήταν κάποτε η κροατική περιοχή) στέκεται το ψηλότερο καθολικό καμπαναριό της νοτιοανατολικής Ευρώπης (αγγίζει τα 110 μέτρα) ενώ από την άλλη πλευρά χτίζεται τώρα μία σερβοορθόδοξη εκκλησία με ένα αντίστοιχο ψηλό καμπαναριό. Όπως φαίνεται η μάχη της θρησκείας καλά κρατεί σ' αυτόν τον πληγωμένο αλλά τόσο όμορφο τόπο.
Και πράγματι αν το καλοσκεφθεί κανείς θα διαπιστώσει πως δεν υπάρχουν σταθερές ισορροπίες στο Μόσταρ. Αυτό είναι φανερό στον πληθυσμό της πόλης. Κάποτε το Μόσταρ φιλοξενούσε Κροάτες Σέρβους και Βόσνιους. Μετά τον πόλεμο οι Σέρβοι μειώθηκαν πολύ κι επικράτησαν μόνο οι Βόσνιοι. Τα τελευταία χρόνια όμως επανέρχονται στην πόλη οι Κροάτες, αλλάζοντας έτσι την κλίση της πληθυσμιακής πλάστιγγας.
Το βραδάκι πήραμε μπύρες στο χέρι και καθίσαμε στην όχθη του ποταμού, έχοντας ως φόντο το τοξωτό γεφύρι. Έδειχνε ακόμη πιο περήφανο με την φωταγώγησή του (04:21). Προσπαθούσαμε σιωπηλοί να νιώσουμε τις δονήσεις και την ενέργεια του τόπου. Η απόλυτη ηρεμία αυτής της πόλης έδινε την εντύπωση μιας νηνεμίας που κρατάει λίγο πριν την καταιγίδα. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη είναι μία περίεργη χώρα δύο ταχυτήτων. Το έδαφός της είναι γεμάτο "εκρηκτικά", τα οποία έχουν τοποθετήσει άλλοι και είναι έτοιμα να πυροδοτηθούν. Για πους αναφέρομαι; Φυσικά γι' αυτούς που μέχρι σήμερα χρηματοδοτούν μόνο το μουσουλμανικό κομμάτι της χώρας, για αναπτυξιακά έργα. Είναι βέβαιο πως η ανισότητα που δημιουργείται μεταξύ των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, θα οδηγήσει σε μία νέα έκρηξη. Αυτή η διαίσθηση μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο αν επισκεφθεί κανείς την Βοσνία, και θα μελαγχολήσει στην ιδέα πως αυτός ο επίγειος παράδεισος των Βαλκανίων, πολύ πιθανόν θα βιώσει για μία ακόμη φορά τη φρίκη ενός πολέμου.
Γυρνώντας στο δωμάτιο προσπάθησα να διώξω τις παραπάνω άσχημες σκέψεις. Οι κάτοικοι της πόλης, ξένοιαστοι απολάμβαναν έναν ευρωπαϊκό αγώνα ποδοσφαίρου στις καφετέριες ενώ διάφορες γυναικοπαρέες περπατούσαν στους γύρω δρόμους, κουτσομπολεύοντας και κρυφογελώντας. Όλοι μαζί μου έλεγαν να "ηρεμήσω και πως όλα καλά πάνε". Κι εκεί που πήγαινα να χαλαρώσω,μου ήρθε στο μυαλό η υπέροχη σκηνή της βοσνιακής αντιπολεμικής ταινίας "Τα όμορφα χωριά όμορφα καίγονται" όπου δυο φίλοι, ένας χριστιανός κι ένας μουσουλμάνος πίνουν ρακί αμέριμνοι σε μία υπαίθρια ταβέρνα. Κι ενώ κοιτάζουν τον ορίζοντα, ρωτάει ο ένας προβληματισμένος "λες να γίνει πόλεμος;" για να δεχθεί την ανέμελη απάντηση "σιγά μη γίνει πόλεμος"...
Το Μόσταρ είναι μία υπέροχη πόλη.
Μία πόλη μνήμης.
Μία πόλη γεμάτη προβληματισμούς.
Μία πόλη που δίνει έμπνευση.
Η πόλη την οποία διάλεξα να κλείσω τον κύκλο των περιγραφών μου για το μεγάλο αυτό ταξίδι στα Δυτικά Βαλκάνια, που πραγματοποίησα με δυο αγαπημένους μου φίλους την άνοιξη του 2016. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου