Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Ολοκληρωτισμός είναι σήμερα ο νεοφιλελευθερισμός



Συνέντευξη του Έντσο Τραβέρσο στη Δέσποινα Λαλάκη

Την τελευταία δεκαπενταετία, ο Ιταλός ιστορικός Έντσο Τραβέρσο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι ένας από τους πιο επιδραστικούς κριτικούς διανοούμενους στην Ευρώπη. Το έργο του αποκτά ένα διαρκώς διευρυνόμενο κοινό και στη χώρα μας: τα Νέα πρόσωπα του φασισμού, βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, είναι το έβδομο που μεταφράστηκε στα ελληνικά, σε συνέχεια σημαντικών έργων του συγγραφέα όπως η Ιστορία ως πεδίο μάχης, οι Ρίζες της ναζιστικής βίας, το Διά πυρός και σιδήρου και η Αριστερή μελαγχολία. Λιγότερο γνωστή, εξαιρετικά επίκαιρη ωστόσο, είναι η μονογραφία του Τραβέρσο Ολοκληρωτισμός: η ιστορία μιας διαμάχης [Totalitarismo: la storia di un dibattito] – μια εξαντλητική επισκόπηση της πολιτικής και ακαδημαϊκής συζήτησης για τον ολοκληρωτισμό από το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα ως τις μέρες μας. Το βιβλίο αυτό του 2002 ήταν μια από τις αφορμές για να συζητήσουμε μαζί του τις επίκαιρες χρήσεις της έννοιας του ολοκληρωτισμού, αλλά και τις σημερινές μορφές ολοκληρωτικής εξουσίας που υποχρεώνουν τα κινήματα αντίστασης να αμφισβητήσουν τον «αντιολοκληρωτισμό» των δεκαετιών ’80 και ‘90.

Καταρχάς σας ευχαριστούμε που δεχτήκατε να μιλήσετε στο αφιέρωμα του πρώτου τεύχους του Marginalia. Ως ιστορικός που έχει γράψει εκτενώς πάνω στο ζήτημα του ολοκληρωτισμού, θα μπορούσατε να μας δώσετε ένα περίγραμμα, μια σύντομη ιστορία της έννοιας; Η ίδια έχει τις ρίζες της στις φρικαλεότητες του 20ού αιώνα. Σήμερα, όμως, δείχνει μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, όπως μαρτυρούν οι πιο πρόσφατες χρήσεις της στα συμφραζόμενα ενός νέου αντικομμουνισμού και αντιισλαμισμού. 

Στον έναν αιώνα ζωής της, η ιδέα του ολοκληρωτισμού έχει περάσει πράγματι από διάφορα στάδια. Αναδρομικά, οι διαρκείς αλλαγές της σημασίας του μαρτυρούν μια ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη σταδιοδρομία. Στη δεκαετία του ’20, οι Ιταλοί αντιφασίστες σύστησαν τον όρο, καταγγέλλοντας ως ολοκληρωτικό το μονολιθικό καθεστώς του Μουσολίνι. Πολύ γρήγορα οι ίδιοι οι φασίστες τον υιοθέτησαν, διατυπώνοντας τη φιλοδοξία να οικοδομήσουν ένα «ολικό κράτος». Ο όρος, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκε τόσο από φασίστες όσο και από αντιφασίστες, και προσέλαβε μια σημασία άλλοτε αρνητική και άλλοτε θετική.
Την επόμενη δεκαετία, με την άνοδο των ναζί στην εξουσία και την έλευση του σταλινισμού στην ΕΣΣΔ, ο όρος γνώρισε ευρύτατη διάδοση. Η έννοια του ολοκληρωτισμού κωδικοποιήθηκε το 1939, μετά το Σύμφωνο Μη Επίθεσης Σοβιετικών και Ναζί, με το οποίο Χίτλερ και Στάλιν παρουσιάστηκαν ξαφνικά ως δίδυμοι δικτάτορες. Η χρυσή εποχή του «ολοκληρωτισμού», ωστόσο, ήταν η περίοδος της έναρξης του Ψυχρού Πολέμου. Την εποχή εκείνη, ο ολοκληρωτισμός γίνεται το εργαλείο για να καταγγέλλεται η ΕΣΣΔ ως εχθρός του «ελεύθερου κόσμου». Από εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, η έννοια του ολοκληρωτισμού εκπληρώνει απολογητικούς σκοπούς, καθώς θωρακίζει τη Δύση απέναντι σε κάθε είδους κριτική: κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όλοι οι επικριτές της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ γίνονται αυτόματα συνένοχοι του «ολοκληρωτικού εχθρού». Βραχυπρόθεσμα, υπό τον μακαρθισμό, ο «αντιολοκληρωτισμός» μετατρέπεται σε μια σχεδόν ολοκληρωτική ιδεολογία.
Στις δεκαετίες 1960 και 1970, έχοντας δεχτεί την ισχυρή κριτική μιας διανόησης που αρνείται να συμμορφωθεί σε αυτές τις ιδεολογικές προσταγές, η έννοια του ολοκληρωτισμού προοδευτικά απορρίπτεται. Θα γνωρίσει, όμως, μια εντυπωσιακή αναβίωση μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, όταν ο «ολοκληρωτισμός» θα συνδεθεί με την ανάδυση του ισλαμικού φονταμενταλισμού.
Μολονότι, λοιπόν, το περιεχόμενό του έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές μέσα σε έναν αιώνα, ο «ολοκληρωτισμός» περιγράφει διαχρονικά τους εχθρούς της Δύσης. Αυτό σημαίνει αναπόφευκτα μια επιλεκτική ματιά στη βία του περασμένου αιώνα: μπροστά στα ολοκληρωτικά εγκλήματα —γενοκτονίες και στρατόπεδα συγκέντρωσης—, η βία της Δύσης νομιμοποιείται αυτόματα και τελικά συρρικνώνεται σε μια αλληλουχία «παράπλευρων απωλειών». Φυσικά, υπάρχουν πολλές θεωρίες του ολοκληρωτισμού, κάποιες από τις οποίες είναι γόνιμες και ενδιαφέρουσες. Όμως οι «δημόσιες χρήσεις» της έννοιας υπήρξαν ως επί το πλείστον απολογητικές.

Υπήρξαν, ωστόσο, σημαντικές διαφοροποιήσεις στην απήχηση που προσέλαβε κατά καιρούς ο όρος. Στη Γαλλία, ας πούμε, φαίνεται πως, μέχρι και την έκδοση του έργου του Σολζενίτσιν για το σοβιετικό γκουλάγκ, μέχρι δηλαδή το 1973, η γλώσσα του ολοκληρωτισμού δεν είχε κερδίσει την προσοχή. Πιο γενικά, μπορούμε να πούμε ότι ο ολοκληρωτισμός είναι φαινόμενο και έννοια αποκλειστικά δυτικά; 

Υπό το πρίσμα της ιστορίας του ως ιδέας, ο ολοκληρωτισμός είναι πράγματι έννοια κατεξοχήν δυτική, παρά την παγκόσμια διάδοσή της. Η έννοια προσλαμβάνει, επίσης, μια γεωπολιτική διάσταση. Σε κάποιες μεσογειακές χώρες, όπως η Ιταλία, η Ελλάδα ή η Γαλλία, όπου τα κομμουνιστικά κόμματα είχαν ηγεμονικό ρόλο στα κινήματα της Αντίστασης, προκαλεί μεγάλη καχυποψία στα μεταπολεμικά χρόνια: δεν είναι εύκολο να παρουσιάσει κανείς τους πολιτικούς που αγωνίστηκαν ενάντια στις δικτατορίες του φασισμού και του ναζισμού ως «ολοκληρωτικούς». Όπως έδειξε πειστικά ο Μάικλ Σ. Κριστόφερσον (Michael S. Christofferson), η εξαιρετικά αντιφατική υποδοχή του βιβλίου του Σολζενίτσιν (Solzhenitsyn) Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του ’70 υπήρξε σημαντικό εμπόδιο στην άνοδο της Ένωσης της Αριστεράς. Σε διάφορες χώρες της Δύσης, η διαμάχη για τον «ολοκληρωτισμό» της δεκαετίας του ’70 συνέπεσε με την «κρίση του μαρξισμού» και επέτρεψε τη συντηρητική στροφή ενός σημαντικού μέρους της αριστερής διανόησης προς μια ιδιαίτερα συμβατική εκδοχή κλασικού φιλελευθερισμού ή ακόμα και προς τον αντικομμουνιστικό συντηρητισμό. Οι γάλλοι επονομαζόμενοι «Νέοι Φιλόσοφοι» θα είναι η πιο ορατή έκφραση αυτής της διανοητικής και πολιτικής μεταβολής. Η «συντηρητική επανάσταση» του 1980 φορά ακριβώς το ένδυμα του αντιολοκληρωτισμού και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». 

Αναζητώντας τις ρίζες των ολοκληρωτικών ιδεών, πόσο πίσω μπορούμε άραγε να πάμε; Ο Καρλ Πόπερ, για παράδειγμα, εντοπίζει τα ίχνη ενός πρωτο-ολοκληρωτισμού στον Πλάτωνα. Οι Μαξ Χορκχάιμερ και Τεοντόρ Αντόρνο, από την άλλη, βρίσκουν τις ρίζες αυτές στο πάθος του Διαφωτισμού για τον εργαλειακό λόγο και την τεχνολογία. 

Είμαι ιδιαίτερα σκεπτικός όσον αφορά τη θεωρία του Πόπερ για τον ολοκληρωτισμό: η φιλοσοφική γενεαλογία που σχεδίασε στο έργο Η Ανοιχτή Κοινωνία και οι Εχθροί της, όπου προτείνει ένα είδος γραμμικής εξέλιξης, από τον Πλάτωνα μέχρι τον Χίτλερ, περνώντας από τους Χέγκελ και Μαρξ, είχε έναν πολύ απλό στόχο: να παρουσιάσει τόσο τον ολοκληρωτισμό όσο και τον φιλελευθερισμό ως δύο αιώνιες, διαχρονικές κατηγορίες, που δεν ανήκουν στην ιστορία αλλά στο ίδιο το ανθρώπινο είδος. Η θεωρία του ολοκληρωτισμού του Πόπερ ήταν η φιλοσοφική εκδοχή της στρατηγικής ανοσοποίησης της Δύσης, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω.
Η θεώρηση των Χορκχάιμερ και Αντόρνο για τον ναζισμό αμφισβήτησε ολόκληρη τη σταδιοδρομία του δυτικού πολιτισμού, σχεδιάζοντας μια άλλη γραμμική διαδρομή, από την Αρχαιότητα ως τον εικοστό αιώνα. Στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, υιοθέτησαν ένα είδος εγελιανής τελεολογίας, προϊόν της οποίας ήταν ο θρίαμβος του απόλυτου πνεύματος ως ολοκληρωτισμού: η στροφή από τον χειραφετητικό λόγο στην εργαλειακή ορθολογικότητα. Η κριτική δυναμική μιας τέτοιας προσέγγισης είναι προφανής —ιδιαίτερα όταν θυμόμαστε ότι ο αντιφασισμός είδε τον Ναζισμό ως έκπτωση του πολιτισμού σε βαρβαρότητα και θεώρησε το κίνημα της Αντίστασης ως εκδίκηση του Διαφωτισμού. Η ίδια, ωστόσο, προσέγγιση είναι επίσης απο-ιστορικοποιημένη.
Σε κάθε περίπτωση, οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο είδαν τον ολοκληρωτισμό ως αναπόφευκτο πεπρωμένο της νεωτερικότητας, υιοθετώντας μια στάση κριτικού στοχασμού χωρίς καμιά πολιτική δέσμευση —κι από αυτή τη σκοπιά πρέπει να τους διακρίνει κανείς από τους άλλους στοχαστές της Σχολής της Φραγκφούρτης, όπως ο Μπένγιαμιν ή ο Μαρκούζε.

Οι Ρίζες του Ολοκληρωτισμού, της Χάνα Άρεντ, έργο που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1951, αποκτά τελευταία καινούριο ενδιαφέρον. Πέρσι το Γενάρη, για παράδειγμα, τις μέρες που ο Ντόναλντ Τραμπ αναλάμβανε τα νέα του καθήκοντα, τα βιβλία σχεδόν εξαντλήθηκαν στο Αmazon. Μολονότι εξετάζει τον ναζισμό και τον σταλινισμό, η Άρεντ επιχειρεί να καταλάβει τον ολοκληρωτισμό ως καινούργια μορφή κινητοποίησης και γενοκτονικής δικτατορίας που καταλήγει στο σύστημα της συγκέντρωσης πληθυσμών και των στρατοπέδων θανάτου. Πιστεύετε ότι ο απολογισμός της παραμένει χρήσιμος στη δική μας προσπάθεια να καταλάβουμε σύγχρονα πολιτικά φαινόμενα; 

Όταν η Άρεντ έγραψε το βιβλίο της, κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά, τόσο ο ναζισμός όσο και ο σταλινισμός ήταν πολιτικά φαινόμενα του παρόντος –όχι ακόμα αντικείμενα της ιστοριογραφίας. Η Άρεντ δεν ήταν ιστορικός και, από ιστορική σκοπιά, το βιβλίο της είναι εξαιρετικά προβληματικό: δεν διακρίνει με σαφήνεια ανάμεσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, παρουσιάζει μια γενεαλογία του ολοκληρωτισμού —αντισημιτισμός, αποικιοκρατία, ολική εξουσία— που σαφώς δεν ταιριάζει στην ιστορία του σταλινισμού κ.ο.κ. Η ίδια, ωστόσο, δίνει έμφαση στον ιστορικό πρωτότυπο χαρακτήρα του ολοκληρωτισμού: ο εικοστός αιώνας βίωσε ένα νέο σύστημα εξουσίας, σκοπός του οποίου ήταν η καταστροφή της ίδιας της πολιτικής, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ των ανθρώπων. Με άλλα λόγια, ο ολοκληρωτισμός είναι μια προσπάθεια οικοδόμησης μιας μονολιθικής, ομογενοποιημένης κοινότητας, στην οποία κάθε μορφή πολλαπλότητας και διαίρεσης του κοινωνικού σώματος εξαφανίζεται. Σύμφωνα με την Άρεντ, η πολιτική δεν είναι μια οντολογική κατηγορία. Είναι μάλλον το θεμέλιο (infra), ένας χώρος αλληλεπίδρασης μεταξύ πολιτών, πολύ διαφορετικών ανθρώπων, που ωστόσο μοιράζονται ως ίσοι μια κοινή πολιτική σφαίρα. Μου φαίνεται ότι ένας τέτοιος ορισμός του ολοκληρωτισμού, ως εμπειρίας καταστροφής της πολιτικής, έχει αξία να διασωθεί και να επισημανθεί. Σε μια τέτοια σύλληψη, ο ολοκληρωτισμός, ένα σύστημα ολικής, καταιγιστικής κρατικής εξουσίας, είναι με σαφήνεια στον αντίποδα του κομμουνισμού –μιας κοινότητας ελεύθερων και ίσων ανθρώπων χωρίς τάξεις και κράτος.

Είναι προφανές ότι, σε κάθε προσπάθεια να καταλάβουμε καλύτερα τον ολοκληρωτισμό, αυτό που κυριαρχεί είναι η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία και το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο. Είναι παρόλα αυτά εφικτό, ή το θεωρείτε χρήσιμο να ξεχωρίσουμε κάποια από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του; Θα είχε αξία, έστω και για τους σκοπούς της έρευνας, να μιλήσουμε για κάποιον ιδεότυπο ολοκληρωτισμού; 

Πολλοί ακαδημαϊκοί προσπάθησαν να οικοδομήσουν έναν ολοκληρωτικό «ιδεότυπο». Σύμφωνα με τους Καρλ Φρίντριχ (Carl Friedrich) και Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι (Zbigniew Brzezinski), συγγραφείς, στη δεκαετία του ’50, ενός πολύ πετυχημένου ορισμού, ο ολοκληρωτισμός είναι ένα σύστημα που συνδυάζει διαφορετικά στοιχεία: την καταπάτηση συνταγματικών δικαιωμάτων, την κατάργηση του πλουραλισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ένα μονοκομματικό σύστημα, μια χαρισματική ηγεσία, μια επίσημη ιδεολογία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το προσόν ενός τέτοιου ιδεότυπου είναι η ικανότητά του να συμπεριλαμβάνει τόσο τον ναζισμό όσο και τον σταλινισμό. Αν, ωστόσο, υιοθετήσουμε τον ορισμό της Άρεντ για τον ολοκληρωτισμό, ως σύστημα που καταστρέφει την πολιτική, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο ολοκληρωτισμός μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές, χωρίς να αποκρυσταλλώνεται σε «ιδεότυπους». Στην προοπτική αυτή, ο ολοκληρωτισμός δεν θα πρέπει να περιορίζεται στις εκδοχές του εικοστού αιώνα. Ένας απόλυτα πραγμοποιημένος κόσμος, στον οποίο όλες οι ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις παίρνουν τη μορφή εμπορεύματος, στον οποίο η αγορά γίνεται ένα καθολικό ανθρωπολογικό πρότυπο και οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να συλλάβουν τις σχέσεις τους έξω από τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό –ένας τέτοιος κόσμος θα ήταν ολοκληρωτικός. Παραδόξως, μια νέα μορφή νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισμού έρχεται στην επιφάνεια, ενδεδυμένη τον μανδύα του αντιολοκληρωτισμού (θέτοντας την αγορά και τον ατομικισμό ως σύμβολα ελευθερίας ενάντια στον φυλετικό και ταξικό κολεκτιβισμό).

Η γερμανική «Συντηρητική Επανάσταση» μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, που όπως και άλλα συντηρητικά κινήματα της περιόδου επιδίωξε να ανακόψει την παλίρροια του φιλελευθερισμού και του κομμουνισμού, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο εξέλειψε. Πώς εξηγείτε την ανάδυση, σήμερα, ενός νέου κύματος συντηρητισμού και εθνικισμού, παράλληλα με έναν στρατευμένο αντικομμουνισμό, τουλάχιστον στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ; 

Στην αρχή του εικοστού αιώνα, η γερμανική «Συντηρητική Επανάσταση» συγχώνευσε συντηρητικές αξίες —οι Αιζάια Μπέρλιν (Isaih Berlin) και Ζέεβ Στερνέλ (Zeev Sternhell) την αποκάλεσαν «αντι-Διαφωτισμό»— με μια αυθεντική λατρεία της μοντέρνας τεχνολογίας, της βιομηχανίας και της επιστήμης. Η τάση αυτή δεν υπάρχει πια. Όμως το τέλος του εικοστού αιώνα αποκάλυψε μια μορφή «νεοσυντηρητισμού» πού όρθωσε την αγορά, τον ατομικισμό και τον καπιταλισμό απέναντι στις κομμουνιστικές επαναστάσεις και τις εξισωτικές φιλοδοξίες της μεταπολεμικής φαντασίας.
Στο βαθμό που απορρίπτουν τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δηλαδή τη σύγχρονη μορφή του ολοκληρωτισμού, πολλά δεξιά κινήματα είναι, βεβαίως, συντηρητικά, όχι όμως ολοκληρωτικά. Αποτελούν μια συντηρητική αντίδραση στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό. Και πρέπει να το γνωρίζουμε αυτό όταν αντιμαχόμαστε τον μετα-φασισμό, τον δεξιό λαϊκισμό και άλλες μορφές της ριζοσπαστικής δεξιάς. Όπως δεν μπορούμε να αγωνιζόμαστε ενάντια στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό στο όνομα του εθνικισμού ή του συντηρητισμού, δεν μπορούμε και να αντιμετωπίσουμε τον μετα-φασισμό οικοδομώντας ενιαίο μέτωπο με τους υπερασπιστές του νεοφιλελευθερισμού.

Για μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα, ο αντιφασισμός ταυτίστηκε με τον αγώνα για την ειρήνη. Όλο και περισσότερο, ωστόσο, ο φιλελεύθερος αντιολοκληρωτισμός φαίνεται επιρρεπής στον στιγματισμό των κινημάτων ενάντια στον ανερχόμενο δεξιό εξτρεμισμό ως βίαιων, μη διαλεκτικών και αυταρχικών. Τι είναι αυτό που διακυβεύεται στην πραγματικότητα; Ποια είναι η ιστορική αξία ή η πολιτική επικαιρότητα του αντιφασισμού σήμερα; 

Προσωπικά δεν ταυτίζω τον αντιφασισμό με τον ειρηνισμό. Στο τέλος της δεκαετίας του ‘30, ιδιαίτερα μετά το τέλος της διάσκεψης του Μονάχου 1938, ο ειρηνισμός σήμανε συνθηκολόγηση με τον φασισμό και πολλοί «ειρηνιστές» έγιναν δωσίλογοι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το 1941, ο αντιφασισμός ταυτίστηκε με τον ένοπλο αγώνα ενάντια στην κατοχή της Ευρώπης από τους ναζί. Σήμερα, τα «βίαια» μέσα δράσης που υιοθετούνται από κινήματα όπως το Black Lives Matter στις ΗΠΑ ή η παλαιστινιακή αντίσταση στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη είναι όλο και πιο δημοφιλή. Μου φαίνεται ότι η αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ και τους πολέμους της Δύσης στη Μέση Ανατολή δεν θα έπρεπε να διεξάγεται στο όνομα του πασιφισμού, αλλά στο όνομα της ελευθερίας, ενάντια στην νεοαποικιακή καταπίεση και την κατοχή. Το να είσαι «ειρηνιστής» στη Συρία δεν σημαίνει τίποτα. Αν θεωρούμε τη δημοκρατία ιστορική κατάκτηση, όχι δηλαδή απλώς θεσμική δομή —μια μέθοδο οργάνωσης της εξουσίας της πλειοψηφίας—, πολλές χώρες που βίωσαν στο παρελθόν τον φασισμό δεν θα δέχονταν αυτό που ο Γιούργκεν Χάμπερμας περιέγραψε ως «αντι-αντιφασιστική» σύλληψη της δημοκρατίας.

To 1989, μαζί με το Τείχος του Βερολίνου κατέρρευσε ένα ολόκληρο κοσμοείδωλο. Η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία παρουσιάστηκε ως καθολικά ελκυστική. Σήμερα, εκατό χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση –που συχνά παρουσιάζεται ως εγκληματική παρένθεση στην ιστορία του 20ού αιώνα– και μετά τα επαναστατικά κύματα που είδαμε να αναδύονται σε ολόκληρο τον κόσμο, μπορούμε να πούμε πως η επίδρασή τους όχι μόνο είναι και σήμερα ακόμα αισθητή αλλά έχει και μέλλον μπροστά της; 

Η διάσωση της Ρωσικής Επανάστασης σημαίνει μια προσπάθεια να εξορύξουμε την κληρονομιά της από βαθιά στρώματα αντικομμουνισμού και σταλινισμού ενός ολόκληρου αιώνα. Αυτή είναι μια εργασία του πένθους για τις ηττημένες επαναστάσεις του εικοστού αιώνα. Αυτή η ιστορική ήττα εξηγεί και τα χαρακτηριστικά των νέων αντικαπιταλιστικών κινημάτων (Occupy Wall Street, Αγανακτισμένοι, Πάρκο Γκεζί στην Τουρκία, Nuit Debout στη Γαλλία), που εμφανίστηκαν στη Δύση, καθώς και αυτά του επαναστατικού κύματος που αγκάλιασε τον αραβικό κόσμο κατά την προηγούμενη δεκαετία. Τα κινήματα αυτά δεν εγγράφονται σε καμιά ιστορική συνέχεια και δεν διεκδίκησαν την παράδοση της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ήταν υποχρεωμένα να επανανακαλύψουν μόνα τους τον εαυτό τους. Η ελευθερία και η δημιουργικότητά τους είναι αναζωογονητικές, όμως ο εφήμερος χαρακτήρας τους σηματοδοτεί ένα σοβαρό εμπόδιο. Δεν νομίζω ότι θα μπορέσουν να οικοδομήσουν στέρεες δομές και προοπτικές δέσμευσης χωρίς να «διεργαστούν» την κομμουνιστική εμπειρία του παρελθόντος. Αυτό, όμως, σημαίνει επίσης τη ρήξη με τον «αντι-ολοκληρωτικό» ορίζοντα που μας κληροδότησε η συντηρητική παλινόρθωση της δεκαετίας του ’80.

Pηγή: marginalia.gr

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Η Αμφίπολη, η Μακεδονία και η ιδεολογική χρήση του παρελθόντος



της Χριστίνας Κωνσταντακοπούλου*

 Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας και του παρελθόντος δεν είναι ελληνικό και μόνο φαινόμενο. Η πρόσφατη συζήτηση στη Μεγάλη Βρετανία για το παρελθόν του βρετανικού ιμπεριαλισμού και το παρόν στις πρώην αποικίες δείχνει πώς σε μια χώρα με μεγάλη παράδοση στην ιστορική επιστήμη, η χρήση του παρελθόντος στο παρόν αποτελεί μια συνεχή, επίκαιρη και συχνά προβληματική συζήτηση για τη μεθοδολογία και χρήση της Ιστορίας.[1]
Στην Ελλάδα, η σύγχρονη συζήτηση για τον τάφο της Αμφίπολης είναι ίσως ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για το πώς το παρελθόν αποτελεί παράγοντα συζήτησης για καυτά σύγχρονα πολιτικά θέματα, όπως το όνομα της Μακεδονίας. Ο τύμβος Καστά ήταν γνωστός ήδη από τη δεκαετία του 1960, από τις ανασκαφές του Δημήτριου Λαζαρίδη στην περιοχή.[2] Γιατί τότε η «ανακάλυψη» του τάφου της Αμφίπολης προκάλεσε τέτοια αναταραχή το καλοκαίρι του 2014; Η απάντηση έχει να κάνει με την ειδική σημασία που έχει η Αρχαιολογία και η αρχαία Ιστορία στην κατασκευή του σύγχρονου ελληνικού εθνικού κράτους (και ιδεολογίας) και με τη σημασία που έχουν τα αρχαιολογικά ευρήματα της Μακεδονίας ως συστατικά στοιχεία που αποδεικνύουν την «ελληνικότητα» της Μακεδονίας. Όπως είπε και η αρχαιολόγος Όλγα Παλαγγιά, αν το μνημείο αυτό είχε βρεθεί στη Πελοπόννησο, κανένας, εκτός των ειδικών, δεν θα είχε ασχοληθεί μαζί του.[3]
Αξίζει να θυμηθούμε λίγο τι έγινε το καλοκαίρι του 2014. Η υπεύθυνη για την ανασκαφή Κατερίνα Περιστέρη ανέδειξε την είσοδο του τάφου το καλοκαίρι του 2014, ενώ ήδη από το 2012 είχε αρχίσει τις ανασκαφές στην περιοχή. Η ανακοίνωση της αποκάλυψης της εισόδου του τάφου και τα πραγματικά εντυπωσιακά ευρήματα δημιούργησαν ένα δημοσιογραφικό κρεσέντο: ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς επισκέφτηκε τον τάφο στις 12 Αυγούστου, ενώ η Άννα Παναγιωταρέα αυτοανακυρήχθηκε «εκπρόσωπος τάφου», κάτι που, νομίζω, είναι παγκόσμια πρωτοτυπία. Το ελληνικό κοινό ασχολήθηκε εκτενώς με την αρχαιολογική έρευνα στη συγκεκριμένη θέση, ενώ η ιστοσελίδα Στοίχημα έβγαζε φαβορί για την ταυτότητα του νεκρού.
Δεν νομίζω ότι έχει υπάρξει στη σύγχρονη Ιστορία περίπτωση ανασκαφής που να προκάλεσε τέτοιο ενδιαφέρον στο ευρύ ελληνικό κοινό. Οι ανακαλύψεις του Ανδρόνικου στη Βεργίνα έλαβαν χώρα μια εποχή που δεν υπήρχαν μέσα κοινωνικής δικτύωσης και επομένως η ενασχόληση του κοινού δεν είχε την αμεσότητα που είδαμε στην περίπτωση της Αμφίπολης. Η γενικότερη πολιτική κατάσταση της χώρας το καλοκαίρι του 2014 εξηγεί ώς έναν βαθμό αυτή την ενασχόληση. Η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008 χτύπησε την Ελλάδα ιδιαίτερα σκληρά: οι διαρκείς διαπραγματεύσεις της ελληνικής κυβέρνησης με την τρόικα προωθούσαν συνεχώς σκληρότερα μέσα λιτότητας. Παράλληλα, η αύξηση της πολιτικής αστάθειας μέσω των επανειλημμένων εκλογών την περίοδο 2012 - 2015 δημιούργησε ένα τεταμένο κλίμα, στο οποίο η ανακοίνωση εντυπωσιακών ευρημάτων της Αμφίπολης εξυπηρετούσε, εν δυνάμει, τον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης και τη δημιουργία μιας διαφορετικής εθνικής αφήγησης. Με άλλα λόγια, όταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο η Ελλάδα εμφανιζόταν στα ΜΜΕ ως η χώρα της οικονομικής καταστροφής, γεμάτη με φοροφυγάδες και τεμπέληδες, η εθνική αφήγηση που τόνιζε ένα λαμπρό αρχαίο παρελθόν λειτουργούσε ως αντίβαρο στις αρνητικές απεικονίσεις της χώρας. Ωστόσο, η παραπάνω ερμηνεία δεν αρκεί να εξηγήσει την εθνική εμμονή με τον τάφο της Αμφίπολης. Ο αντίκτυπος των ανασκαφών στον τύμβο Καστά εξηγείται μόνο αν προσθέσουμε τον ρόλο της Μακεδονίας και των αρχαιοτήτων της περιοχής στο ελληνικό εθνικό αφήγημα.
Στον χώρο των κλασικών σπουδών, το ζήτημα της εθνικότητας των αρχαίων Μακεδόνων είναι ένα πρόσφορο πεδίο επιστημονικής συζήτησης.[4] Θα υποστήριζα πως υπάρχει η γενική αποδοχή ότι η ένταξη των αρχαίων Μακεδόνων στα δίκτυα εθνικών συγγενειών των ελληνικών πόλεων-κρατών κατά την κλασική περίοδο δεν ήταν μια απολύτως ευθύγραμμη διαδικασία. Ως αποτέλεσμα, αναλόγως και την πολιτική κατάσταση στον νότιο ελλαδικό χώρο και την πολιτική στάση του ομιλούντος, Αθηναίοι ρήτορες, όπως ο Δημοσθένης, μπορούσαν να επιχειρηματολογούν ότι ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β’ δεν ήταν Έλληνας.[5] Η θέση, επομένως, της αρχαίας Μακεδονίας στα αρχαία δίκτυα εθνικότητας θα ήταν απλά ένα ακαδημαϊκό πεδίο έρευνας αν δεν υπήρχε το σύγχρονο "Μακεδονικό" ζήτημα. Η χρήση του κλασικού παρελθόντος για τον καθορισμό σύγχρονων πολιτικών στάσεων στο θέμα της Μακεδονίας απέκτησε ειδική σημασία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν το ζήτημα του ονόματος της Μακεδονίας έγινε ξανά επίκαιρο με τη διάλυση του γιουγκοσλαβικού κράτους.
Η χρήση του κλασικού παρελθόντος για την προώθηση εθνικιστικών θέσεων σίγουρα δεν είναι αποκλειστικό επίτευγμα του ελληνικού εθνικισμού. Πράγματι, παρόμοια χρήση των αρχαιολογικών δεδομένων βλέπουμε και στην ΠΓΔΜ.[6] Για τις ελληνικές εθνικιστικές αφηγήσεις, κατά τις οποίες η μόνη αποδεκτή θέση είναι «Η Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι μόνο ελληνική», χωρίς καμία δυνατότητα συζήτησης των εννοιών «Μακεδονία», «έθνος», τοποθέτησης της χρονικής διάστασης στη συζήτηση και ούτω καθεξής, η ανακάλυψη του τάφου της Αμφίπολης αποτελεί καταλυτικό στοιχείο για την απόδειξη της ελληνικότητας της Μακεδονίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η χρονολόγηση του τάφου αποδείχτηκε σημαντικό ζήτημα. Η εθνικιστική αφήγηση ισχυρίζεται ότι η αρχαία Μακεδονία κατοικούνταν από καθαρά ελληνικό πληθυσμό και διατήρησε τον αμιγώς ελληνικό χαρακτήρα της κατά τη διάρκεια των 2.500 χρόνων Ιστορίας της περιοχής από την αρχαιότητα ώς σήμερα. Ενδεικτικά θα αναφέρω εδώ το κείμενο που εστάλη στον Ομπάμα στις 18 Μαΐου 2009, υπογεγραμμένο από ομογενείς και πανεπιστημιακούς, που τονίζει την ελληνικότητα της Μακεδονίας με αναφορά στο κλασικό παρελθόν και στον 19ο και 20ό αιώνα, χωρίς καμιά συζήτηση για τους αιώνες που μεσολάβησαν.7 Σε αυτή την αφήγηση, η χρησιμότητα του τάφου ως αποδεικτικού στοιχείου της ελληνικότητας της Μακεδονίας σχετίζεται με τη χρονολόγησή του τον 4ο, ή μετά βίας, τον 3ο αιώνα π.Χ. (δηλαδή την περίοδο της κλασικής αρχαιότητας). Αν ο τάφος είναι ρωμαϊκός, όπως ισχυρίστηκε η Όλγα Παλαγγιά, τότε η χρήση του δεν βοηθά το εθνικό αφήγημα. Αυτό εξηγεί και τις έντονες επιθέσεις που δέχτηκε η κυρία Παλλαγιά για την ερμηνεία της. Ο καθορισμός χρονολόγησης ενός μνημείου δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση και βασίζεται κατά κύριο λόγο στη χρονολόγηση της κεραμικής, η οποία είναι χρονοβόρα και λεπτομερής ενασχόληση. Το εθνικό αφήγημα του καλοκαιριού του 2014 απαιτούσε άμεση χρονολόγηση και δεν άφηνε περιθώρια για μια επιστημονική αρχαιολογική προσέγγιση.
Είναι προφανές ότι ο τάφος του τύμβου Καστά είναι ένα σημαντικότατο μνημείο της περιοχής, όποια κι αν είναι η χρονολόγησή του. Η ιδεολογική χρήση του παρελθόντος και της Αρχαιολογίας, όμως, δημιουργεί προβλήματα στη διεξαγωγή της επιστημονικής έρευνας, όπως έχει συζητήσει εκτενώς και ο Γιάννης Χαμηλάκης σε αυτή την εφημερίδα.8 Η συζήτηση για το όνομα της Μακεδονίας, σε κρατικό επίπεδο, αλλά όχι μόνο, δεν μπορεί να λαμβάνει υπόψη της ένα ιδεατό παρελθόν, κατασκευασμένο με ελλιπή και εσφαλμένα εθνικά και εθνικιστικά αφηγήματα. Ας αφήσουμε ήσυχους τους νεκρούς στους τάφους τους (στην Αμφίπολη ή αλλού) κι ας προσπαθήσουμε να καταλάβουμε το παρελθόν μας και τον ρόλο της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας χωρίς εθνικιστικά παραληρήματα.

* Ιστορικός, Birkbeck College, Λονδίνο c.constantakopoulou@bbk.ac.uk

[1] Ενδεικτικά δες εδώ άρθρο του Robinson ("Guardian", 19 Ιανουαρίου 2016) για το άγαλμα του Cecil Rhodes στην Οξφόρδη και τη συζήτηση για την αποκαθήλωσή του (https://www.theguardian.com/commentisfree/2016/jan/19/rhodes-fall-oxford...), και την πρόσφατη απάντηση ιστορικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για το ερευνητικό πρόγραμμα του Nigel Biggar "Ηθική και Αυτοκρατορία", που τονίζει τα «θετικά» στοιχεία του βρετανικού ιμπεριαλισμού (https://theconversation.com/ethics-and-empire-an-open-letter-from-oxford...).
[2] Δ. Λαζαρίδης, «Αρχαιότητες και μνημεία Ανατολικής Μακεδονίας», Αρχαιολογικόν Δελτίον 20, Β3, Χρονικά, 1965, 443-5.
[3] Συνέντευξη στην “Αυγή”, 18 Σεπτεμβρίου 2014, http://www.avgi.gr/article/10966/4031471/.
[4] Ενδεικτικά δες J. Hall, "Contested Ethnicities: Perceptions of Macedonia within Evolving Definitions of Greek Identity", στο I. Malkin επιμ. Ancient perceptions of Greek ethnicity, 2001, 159-86, και τους συλλογικούς τόμους J. Roisman και I. Worthington επιμ. A Companion to Ancient Macedonia, Chichester 2010, και R. Lane Fox επιμ. Brill’s Companion to Ancient Macedon: Studies in the Archaeology, and History of Macedon, 650 BC- 300 AD, Leiden 2011.
[5] Δημοσθένης 9.31: ἀλλ' οὐχ ὑπὲρ Φιλίππου καὶ ὧν ἐκεῖνος πράττει νῦν, οὐχ οὕτως ἔχουσιν, οὐ μόνον οὐχ Ἕλληνος ὄντος οὐδὲ προσήκοντος οὐδὲν τοῖς Ἕλλησιν, ἀλλ᾽ οὐδὲ βαρβάρου ἐντεῦθεν ὅθεν καλὸν εἰπεῖν, ἀλλ᾽ ὀλέθρου Μακεδόνος, ὅθεν οὐδ᾽ ἀνδράποδον σπουδαῖον οὐδὲν ἦν πρότερον πρίασθαι.
[6] M. Gori, "Fabricating Identity from Ancient Shards: Memory Construction and Cultural Appropriation in the New Macedonian Question", The Hungarian Critical Review 3.2, 2014, 285-311. 7 http://macedonia-evidence.org/obama-letter.html 8 Γ. Χαμηλάκης, «Από τη Βεργίνα ώς την Αμφίπολη: Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα», "Ενθέματα", "Αυγή", 1 Σεπτεμβρίου 2013, https://enthemata.wordpress.com/2013/09/01/xamilakis-2/, και "Εθνική θησαυροθηρία ή κριτική αρχαιολογία;", "Αυγή", 24 Αυγούστου 2014, http://www.avgi.gr/article/10812/3762556/ethnike-thesaurotheria-e-kritik....

 Πηγή: Αυγή

Κυριακή, 28 Ιανουαρίου 2018

Ουτοπικός ορίζοντας ο σοσιαλισμός ως δημοκρατία χωρίς τέλος



Την συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

Ο Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος, ένας από τους σημαντικότερους ευρωπαίους θεωρητικούς της εποχής μας, μιλάει στην «Εποχή» για την κρίση του νεοφιλελευθερισμού, την ανάγκη οικοδόμησης ενός νέου οράματος για την Ευρώπη, και τις δυνατότητες αντίστασης του ευρωπαϊκού Νότου.

-Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια μεγάλη και πολύπλευρη κρίση. Θεωρείτε ότι είναι προσωρινή ή βλέπετε να παίρνει μόνιμα και μη αναστρέψιμα χαρακτηριστικά;

Η Ευρώπη δεν είναι νησί. Η άνομη προτροπή της παγκόσμιας νεοφιλελεύθερης αταξίας φθάνει σε νέα όρια, καθώς η συγκέντρωση του πλούτου και η περιβαλλοντική κρίση έχουν φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα. Η πτώση του πετροδολαρίου φαίνεται όλο και πιο κοντά, καθώς η Κίνα και η Ρωσία αγοράζουν χρυσό και προετοιμάζονται να διαπραγματευτούν τις συμβάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου σε γιουάν. Ο Σαντάμ Χουσεΐν και ο Καντάφι πλήρωσαν ακριβά τις προσπάθειές τους και η Βενεζουέλα μπορεί να έχει την ίδια μοίρα, ενώ η Βραζιλία, ένα άλλο μέλος των BRICS, εξουδετερώνεται από το δικαστικό-πολιτικό πραξικόπημα που υποκίνησε ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ. Για τον ίδιο λόγο η Υεμένη πρέπει να καταστραφεί και, σύμφωνα με τους προκατόχους του, ο Τραμπ προετοιμάζει τον «πόλεμο» του, αυτή τη φορά εναντίον του Ιράν. Ιδιαίτερα αφότου ο Μπαρόζο έγινε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2004-2014), η Ε. Ε. μετατράπηκε σε έναν υποδεέστερο εταίρο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αρχικά ήταν κυρίως οι μη ευρωπαϊκές χώρες στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική αυτές που διαπίστωσαν τις αλλαγές, καθώς συνειδητοποίησαν πως οι τεχνοκράτες των Βρυξελλών ευθυγραμμίστηκαν σχεδόν άνευ όρων με τις πολυεθνικές που εδρεύουν στις ΗΠΑ, και τους αξιωματούχους της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ στις διαπραγματεύσεις των εμπορικών συμφωνιών. Δεδομένου ότι η οικονομική κρίση του 2008 έπληξε την Ευρώπη το 2011 (οι Έλληνες έχουν μια τραγική εμπειρία από αυτήν), κατέστη σαφές στους περισσότερους ευρωπαίους πολίτες ότι η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία είχε καταλάβει το ευρωπαϊκό σχέδιο, που πιθανώς ήταν μια ψευδαίσθηση από την αρχή, για κοινωνική προστασία σε μια ευρύτερη πολιτικά δημοκρατική κοινότητα. Η στυγνή οικονομική πολιτική, και επομένως και η πολιτική εξουσία, ήταν οι υπεύθυνες που οι ευάλωτες χώρες έγιναν ακόμη πιο ευάλωτες ώστε να μειωθεί το πολιτικό κόστος της παρέμβασης.

-Για τους ευρωπαίους αυτό ήταν μια έκπληξη.

Πράγματι, αφού οι περισσότεροι είχαν ξεχάσει όχι μόνο το μακρινό παρελθόν αλλά και το πρόσφατο, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπό το πρίσμα αυτό η Ε. Ε. είναι συνδεδεμένη με την τύχη του νεοφιλελευθερισμού, και από αυτή την άποψη η κρίση μπορεί να θεωρηθεί τόσο μόνιμη όσο και η κρίση του νεοφιλελευθερισμού. Η πολιτική αποσύνθεση άρχισε με τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε η λεγόμενη «ελληνική κρίση», και συνέχισε με το Brexit και την άνοδο της ακροδεξιάς με την μορφή μιας νέας έκδοσης του λαϊκισμού (που πάντα είναι μια δεξιά πολιτική αντίδραση, ποτέ αριστερή). Ο ρυθμός της κρίσης μπορεί να αλλάξει και, κατά την άποψή μου, αλλάζει, αλλά η θεμελιώδης τάση θα συνεχιστεί εάν δεν υπάρξει μια βαθύτερη πολιτική μεταμόρφωση. Πρόσφατα έγραψα ότι ο ρυθμός της κρίσης φαίνεται να επιβραδύνεται με τον διορισμό του πρώην υπουργού Οικονομικών της Πορτογαλίας Μάριο Σεντένο ως επικεφαλής του Γιούρογκρουπ. Όπως υποστηρίζω, η πρόσφατη πορτογαλική πολιτική εμπειρία έχει δείξει ότι η νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία είναι ένα ψέμα, ένα τραγικό ψέμα, και ο Σεντένο ήταν ένας σημαντικός πρωταγωνιστής στην απόδειξη αυτού. Πιθανόν από ένα ένστικτο επιβίωσης, οι κυρίαρχες δυνάμεις στην Ε. Ε. (Γερμανία και Γαλλία) και οι τεχνοκράτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επιμονή στις νεοφιλελεύθερες επιβολές θα οδηγούσε, αργά ή γρήγορα, στο τέλος του κάθε οφέλους που είχαν από την άνιση ένταξη των χωρών της περιφέρειας στην εξουσία των Βρυξελλών, δηλαδή στο τέλος των χρυσών δουλειών και των προνομίων τους. Αντέδρασαν αρχικά δείχνοντας στο Ηνωμένο Βασίλειο ότι θα πληρώσει πολύ υψηλό τίμημα για την μονομερή έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και στη συνέχεια επέλεξαν τον Σεντένο ως μήνυμα ότι είναι έτοιμοι για κάποια μεταρρυθμιστική αλλαγή. Το πόσο επιτυχής μπορεί να είναι αυτή η κίνηση μένει να το δούμε. Και πάνω απ όλα, μένει να δούμε επίσης αν ο Σεντένο θα έχει σε ευρωπαϊκό επίπεδο την πολιτική στήριξη που είχε σε εθνικό επίπεδο για την εφαρμογή των πολύ μετριοπαθών, αλλά εξαιρετικά επιτυχημένων, αντι-νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Πολύ ειλικρινά αμφιβάλλω, αλλά, όπως πάντα επιμένω, οι κοινωνιολόγοι είναι καλοί στο να προβλέπουν το παρελθόν, όχι το μέλλον. Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι για κάποια απαισιοδοξία βασίζονται τόσο στις πρόσφατες δηλώσεις του προέδρου της Μπούντεσμπανκ Γενς Βάιντμαν, όσο και στον νέο κοινωνικά ανάλγητο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό του 2018, που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με μια πρωτοφανή έλλειψη συναίνεσης.

-Έχετε αναφερθεί στην ανάγκη οικοδόμησης ενός νέου οράματος για την Ευρώπη. Πως μπορεί να γίνει αυτό; Και ποια θα πρέπει να είναι τα χαρακτηριστικά του;

Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια περίπλοκη πρόκληση: να επαναφεύρει ξανά τον εαυτό της τόσο στο κέντρο της όσο και στην περιφέρειά της. Όμως μια τέτοια διαδικασία δεν θα πραγματοποιηθεί αν δεν γίνει ένας διπλός μετασχηματισμός: ένας μετασχηματισμός στους τρόπους που γνωρίζουμε τι συμβαίνει σε εμάς και στον κόσμο -και στο πως εκπαιδεύουμε την ευρωπαϊκή νεολαία σύμφωνα με μια τέτοια γνώση (επιστημολογική μετατόπιση), και ένας μετασχηματισμός στην πολιτική διαμόρφωση της Ευρώπης ως υπερεθνικής οντότητας και ως διεθνούς παράγοντα (πολιτική μετατόπιση). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων εκατό ετών η Ευρώπη έγινε μια ήπειρος με υψηλές προσδοκίες και τεράστιες υποσχέσεις: η υπόσχεση της κοινωνικής δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. η υπόσχεση της αντι-αποικιοκρατίας. η υπόσχεση της δημοκρατίας και το τέλος των αυταρχικών πολιτικών καθεστώτων, η υπόσχεση της πολιτιστικής ποικιλομορφίας και της ειρηνικής φιλίας. Οι προσδοκίες ήταν τόσο υψηλές όσο βαθιές ήταν και οι απογοητεύσεις υπό το πρίσμα μιας διστακτικότητας λόγω της ρεαλιστικής πολιτικής. Η συνεχιζόμενη ταλάντωση μεταξύ αυτών των δύο πόλων οδήγησε σε μια πολιτική κουλτούρα που διατρεχόταν από υπερβολικές ελπίδες και μηδενιστικούς φόβους. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου, η Ευρώπη (τότε Δυτική Ευρώπη) χαρακτηρίστηκε από την υπεροχή της ελπίδας απέναντι στο φόβο. Από τότε έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο υπεροχής του φόβου πάνω στην ελπίδα. Αρχικά ο φόβος αφορούσε την επιβίωση της σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή της δημοκρατία με κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα, σήμερα είναι όλο και περισσότερο η επιβίωση της δημοκρατίας του δικαστηρίου, αφού η δημοκρατία περιορίζεται στα αστικά και πολιτικά δικαιώματα. Το νέο όραμα της Ευρώπης βασίζεται στην ρεαλιστική ουτοπία ότι είναι δυνατόν να κινηθούμε σε μια περίοδο ίσως λιγότερων λαμπρών ελπίδων, αλλά ελπίδων που είναι αρκετά ανθεκτικές ώστε να κρατήσουν τους μηδενιστικούς φόβους σε χαμηλά επίπεδα. Η επιστημολογική μεταστροφή βασίζεται στην ανάγκη να μάθει κανείς από τον Παγκόσμιο Νότο, τόσο τον εξωευρωπαϊκό όσο και τον ενδοευρωπαϊκό, που έχει μακρά ιστορική εμπειρία να ζει συλλογικά με πιο ταπεινές ελπίδες, και με διαρκή ικανότητα να αντιστέκεται στην καταπίεση που προκαλεί το φόβο ο οποίος προέρχεται αρχικά από την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Από τον 17ο αιώνα η αποικιοκρατία ήταν η βασική ταυτότητα της Ευρώπης μαζί με τον καπιταλισμό και την πατριαρχία. Πρέπει να σημειώσω, ότι η εξωτερική αποικιοκρατία δοκιμάστηκε αρχικά μέσα στην Ευρώπη ως εσωτερική αποικιοκρατία, όπως στην Ιρλανδία, στην Ισπανία και σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ο τρόπος αντιμετώπισης της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής κρίσης στις χώρες της Νότιας Ευρώπης από τις χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, δείχνει πόσο ενεργή και κακοήθης παραμένει σήμερα αυτή η εσωτερική αποικιοκρατία. Το κοίταγμά μας στον κόσμο με λιγότερη αλαζονεία και με τη θέληση να μάθουμε αντί να διδάσκουμε, περιλαμβάνει μια γνωστική και εκπαιδευτική παραδειγματική αλλαγή. Αυτή η επιστημολογική μετατόπιση πρέπει να συμβεί μαζί με μια πολιτική μετατόπιση.

- Τι εννοείτε;

Η Ευρώπη έχει ένα μέλλον ως διακρατική οντότητα στο βαθμό που εμπλέκεται σε μια ενεργή αντιαποικιακή πολιτική, τόσο στις σχέσεις με τον μη ευρωπαϊκό κόσμο όσο και στις ενδοευρωπαϊκές σχέσεις. Με μια νέα τοποθέτηση όσον αφορά την άπειρη ποικιλομορφία του κόσμου και της ίδιας της Ευρώπης. Ο εξωτερικός κόσμος αναπτύσσεται και αυτή συρρικνώνεται. Η συνέχιση της αποικιακής στάσης είναι αυτοκτονική. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και επειδή ήταν εσωτερικά διαιρεμένη, η Ευρώπη παρέμεινε έξω από τους βασικούς ανταγωνισμούς μεταξύ των υπερδυνάμεων. Αυτή η σχετική απόσταση ήταν προϋπόθεση για την σχετική διεθνή αυτονομία της. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η Ευρώπη παραδόθηκε υπερβολικά εύκολα στην παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ, και έγινε ένας υποδεέστερος εταίρος σε μια ιμπεριαλιστική προσπάθεια μονομερούς δύναμης που οδηγήθηκε οικονομικά από τον νεοφιλελευθερισμό. Σήμερα αυτή η δύναμη μειώνεται και η νεοφιλελεύθερη αταξία γίνεται όλο και πιο εμφανής. Οι ΗΠΑ μπορούν να αντέξουν οικονομικά να βάλουν την Αμερική σε πρώτη θέση απειλώντας με πολέμους εναντίον οποιουδήποτε φανταστικού ανταγωνιστή (οι πραγματικοί είναι μόνο η Κίνα και η Ρωσία, σε κάποιο βαθμό). Στην Ευρώπη η στρατηγική αυτή είναι αυτοκτονική, δεδομένης της διαρθρωτικής αδυναμίας της όσον αφορά τους πιο κρίσιμους πόρους, στρατιωτικούς και οικονομικούς, για τη διεξαγωγή τέτοιων πολέμων. Το νέο όραμα της Ευρώπης απαιτεί να απομακρυνθεί αυτή από τις ΗΠΑ. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί η Ευρώπη να επιδιώξει μια αξιόπιστη πολιτική κατά της αποικιοκρατίας σε σχέση με τον κόσμο. Το πρόβλημα είναι ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, η αντι-αποικιοκρατία δεν είναι δυνατόν να αποσυνδεθεί από την αντικαπιταλιστική πολιτική. Αυτό είναι δυνατό μόνο με μια σημαντική εμβάθυνση της δημοκρατίας πέρα από το φιλελεύθερο καλούπι. Σε μια εποχή κατά την οποία η σοβαρή οικολογική κρίση μας δείχνει το τέλος της καρτεσιανής θεώρησης της φύσης ως ενός άπειρου διαθέσιμου φυσικού πόρου, πρέπει να υποστηρίξουμε τις ελπίδες της αξιοπρέπειας και της συμβίωσης. Αλλά τέτοιες ελπίδες μπορούν να διατηρηθούν μόνο αν υποστηριχθούν από έναν ουτοπικό ορίζοντα. Ένας τέτοιος ορίζοντας θα τολμούσα να πω ότι είναι ο σοσιαλισμός ως δημοκρατία χωρίς τέλος. Αυτός ο ουτοπικός ορίζοντας δεν θα επιτευχθεί ποτέ πλήρως, αλλά θα μας κρατήσει ζωντανούς για να προχωράμε σε αυτήν την κατεύθυνση.

- Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται στην μεγαλύτερη κρίση της μετά τον πόλεμο. Πως βλέπετε το μέλλον της; Και επίσης, η πιθανή συμμετοχή του SPD στην επόμενη γερμανική κυβέρνηση τι θεωρείται ότι σηματοδοτεί για τις περαιτέρω εξελίξεις;

Το SPD αντιπροσωπεύει την πιο γκροτέσκο κατάρρευση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα βιώνουμε μια μεσοβασιλεία. Ο κόσμος που δημιουργήθηκε από τον νεοφιλελευθερισμό το 1989 με την πτώση του τείχους του Βερολίνου τέλειωσε με την οικονομική κρίση του 2008 – 2011, και αυτός που ακολουθεί δεν έχει καθοριστεί ακόμα. Ο κόσμος μετά το 1989 είχε δύο ατζέντες με καθοριστικό αντίκτυπο στην αριστερή πολιτική σε όλο τον κόσμο. Η ρητή ατζέντα ήταν να δοθεί ένα οριστικό τέλος του κάθε σοσιαλιστικού κοινωνικού, οικονομικού και πολιτικού συστήματος. Η σιωπηρή ατζέντα σηματοδότησε ένα διαφορετικό τέλος, και ήταν πολύ πιο σημαντική από τη ρητή, επειδή ο κρατικός σοσιαλισμός ήδη ψυχορραγούσε και από το 1978 υπήρχαν σκέψεις να τον ανακατασκευάσουν ως κρατικό καπιταλισμό, όπως έγινε στην Κίνα μετά τις μεταρρυθμίσεις από τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ. Το πιο άμεσο αποτέλεσμα του τέλους του σοβιετικού σοσιαλισμού ήταν η προσωρινή αποστράτευση των κομμουνιστικών κομμάτων, μερικά από τα οποία απομακρύνθηκαν από την σοβιετική εμπειρία. Η σιωπηρή ατζέντα ήταν η σημαντική, και για αυτό έπρεπε να υλοποιηθεί σιωπηλά και ύπουλα, χωρίς να πέφτουν τα τείχη. Στη φάση που έως τότε χαρακτήριζε τον κυρίαρχο καπιταλισμό, η κοινωνική εναλλακτική λύση στον σοβιετικό σοσιαλισμό ήταν τα καθολικά και κοινωνικά οικονομικά δικαιώματα, δικαιούχοι των οποίων ήταν κυρίως εκείνοι που, χωρίς προνόμια, είχαν μόνο τον νόμο και τα δικαιώματα για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους ενάντια στον οικονομικό και πολιτικό δεσποτισμό που είχε διαμορφώσει τον καπιταλισμό, με τη φύση να υποτάσσεται στη λογική της αγοράς. Η πλέον προηγμένη μορφή αυτής της εναλλακτικής ήταν η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, η οποία στην αρχή, στις αρχές του 20ου αιώνα, αποτελούσε στην πραγματικότητα ένα σαφές πρόγραμμα (δημοκρατικός σοσιαλισμός) και μια σιωπηρή ατζέντα (ο καπιταλισμός είναι συμβατός με τη δημοκρατία μέσω της ελάχιστης κοινωνικής ένταξης που προϋποθέτει η δημοκρατία). Μετά το 1945, σύντομα έγινε σαφές ότι η σιωπηρή ατζέντα ήταν πραγματικά η μόνη που υπήρχε. Από τη στιγμή που οι αριστεροί διαιρέθηκαν σε εκείνους που εξακολουθούσαν να εμμένουν σε μια σοσιαλιστική λύση (λίγο-πολύ απομακρυσμένη από το σοβιετικό πρότυπο) και σε εκείνους που, ανεξάρτητα από το πόσο υποστήριζαν τον σοσιαλισμό, θέλησαν να ρυθμίσουν τον καπιταλισμό και να περιορίσουν τις «υπερβολές» του. Μετά το 1989, όπως συνέβη στις αρχές του αιώνα, η σιωπηρή ατζέντα εξακολούθησε να είναι σιωπηρή, αν και ήταν η μόνη που ίσχυε. Σταδιακά κατέστη σαφές ότι και οι δύο προηγούμενες αριστερές αντιλήψεις είχαν ηττηθεί. Ως εκ τούτου, η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας. Η αποστράτευση της σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς για κάποιο διάστημα συγκαλύφθηκε από τη νέα ερμηνεία των μορφών κυριαρχίας που ίσχυαν στον κόσμο από τον 17ο αιώνα: ο καπιταλισμός, η αποικιοκρατία (ρατσισμός, μονοπολιτισμός κ.λπ.) και η πατριαρχία (σεξισμός, αυθαίρετος διαχωρισμός μεταξύ παραγωγικής και αναπαραγωγικής εργασίας, δηλαδή μεταξύ μισθωτής και μη αμειβόμενης εργασίας). Οι κοινωνικές αξιώσεις που αποσκοπούν στις λεγόμενες μετα-υλικές ατζέντες, δηλαδή τα πολιτιστικά δικαιώματα ή τα δικαιώματα τέταρτης γενιάς. Οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν γνήσιοι και κατήγγειλαν τις απεχθές μορφές καταπίεσης και διακρίσεων. Ο τρόπος με τον οποίο διεξήχθησαν οι αγώνες, ωστόσο, οδήγησε τα κοινωνικά κινήματα και τις ΜΚΟ να σκεφτούν ότι θα μπορούσαν να τους πραγματοποιήσουν χωρίς να αγγίξουν τον τρίτο άξονα της κυριαρχίας, τον καπιταλισμό. Αυτό που χαρακτηριζόταν ως ταξική πολιτική στην πραγματικότητα παραμελήθηκε υπέρ της πολιτικής για τη φυλή για το φύλο. Η αμέλεια αυτή αποδείχθηκε μοιραία όταν έπεσε το καθεστώς μετά το 1989. Η καπιταλιστική κυριαρχία, ενισχυμένη από τη νομιμοποίηση που κέρδισε κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, στράφηκε εύκολα κατά των αντιρατσιστικών και αντι-σεξιστικών κατακτήσεων, στην αδιάκοπη αναζήτηση της συνεχούς συσσώρευσης και εκμετάλλευσης. Οι εν λόγω κατακτήσεις, που στερούνται αντικαπιταλιστικής βούλησης ή διαχωρίζονται από τους αντικαπιταλιστικούς αγώνες, δυσκολεύονται ολοένα και περισσότερο να αντισταθούν. Το SPD δεν κατόρθωσε ακόμη να είναι πολύ δραστήριο στην αντιρατσιστική και αντιπατριαρχική πολιτική. Καθώς προχωρούσε, και χάνοντας την απήχησή του ως ταξικό κόμμα, ιδιαίτερα κάτω από την ηγεσία του Γκέρχαρντ Σρέντερ, έγινε ένα από τα πιο κενά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα στην Ευρώπη, περισσότερο και από το βρετανικό Εργατικό Κόμμα.

- Με αφορμή την Μεσογειακή Σύνοδο της προηγούμενης εβδομάδας, να μιλήσουμε σχετικά με τις δυνατότητες που θεωρείτε ότι έχουν οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου για να συγκροτήσουν έναν πόλο που θα αμφισβητήσει τη γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη.

Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης είναι με οικονομικούς όρους περιφερειακές, με την σχετική εξαίρεση της Ισπανίας. Για μερικά χρόνια υπήρξε μια αξιόπιστη πεποίθηση ότι η οικονομική περιφερειοποίηση θα αντισταθμιζόταν από την πολιτική ισότητα εντός της Ένωσης, όμως η κρίση του 2011 έδειξε ότι αυτή ήταν μια σκληρή ψευδαίσθηση. Οι νότιες χώρες αγωνίστηκαν, πρώτα η Ελλάδα, και με ελάχιστη επιτυχία. Η Πορτογαλία έμαθε πολλά από την Ελλάδα και ακολούθησε μια διαφορετική πορεία με εμφανή μεγαλύτερη επιτυχία. Αλλά μέχρι τώρα έχουν αντισταθεί μεμονωμένα. Έχουν πολλά να δείξουν στις χώρες του πυρήνα για το πως να χειριστούν τις κρίσεις, και πρέπει να συνεχίσουν να αγωνίζονται για την κοινωνική συνοχή. Ωστόσο, για να είναι αποτελεσματικές πρέπει να διατυπώσουν τις ευρωπαϊκές τους πολιτικές. Ελπίζω ότι αυτό θα είναι δυνατό στο εγγύς μέλλον με την Ισπανία επικεφαλής.

- Θα ήθελα να μας περιγράψετε την σημερινή κατάσταση στην Πορτογαλία, και να μας κάνετε μια αποτίμηση της πορτογαλικής κυβέρνησης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αριστερή κυβέρνηση της Πορτογαλίας είναι πρωτοπόρα. Δεν είναι πολύ γνωστό σε διεθνές επίπεδο, όχι μόνο επειδή η Πορτογαλία είναι μια μικρή χώρα, η πολιτική της οποίας σπάνια αποτελεί έκτακτο νέο στη διεθνή πολιτική αλλά και κυρίως επειδή προσφέρει μια πολιτική λύση που αντισταθμίζει τα συμφέροντα των δύο μεγάλων παγκόσμιων εχθρών της δημοκρατίας, τον νεοφιλελευθερισμό και το παγκόσμιο οικονομικό κεφάλαιο, που ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης σήμερα. Ας ανακεφαλαιώσουμε. Μετά την Επανάσταση της 25ης Απριλίου οι Πορτογάλοι συχνά ψήφισαν αριστερά κόμματα, αλλά κυβερνήθηκαν τα από δεξιά κόμματα. Ενώ αυτά λειτουργούσαν σε συνασπισμούς, τα αριστερά κόμματα, ακλουθώντας μια μακρά ιστορική πορεία, ήταν διαιρεμένα από προφανώς ανυπέρβλητες διαφορές. Αυτό συνέβη ως τον Οκτώβριο του 2015. Σε αυτή την περίπτωση όμως, σε μια κίνηση πολιτικής καινοτομίας που θα γράψει ιστορία στην ευρωπαϊκή δημοκρατία, τα τρία αριστερά κόμματα (Σοσιαλιστικό Κόμμα, Μπλόκο και Κομμουνιστικό Κόμμα) αποφάσισαν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για να βρουν μια κοινοβουλευτική άρθρωση ικανή να διευκολύνει μια αριστερή κυβέρνηση με επικεφαλής το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Μετά από ξεχωριστές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των άλλων δύο (αρχικά υπήρχε αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης), επιτεύχθηκαν κυβερνητικές συμφωνίες που κατέστησαν δυνατή μια αριστερή κυβέρνηση χωρίς προηγούμενο στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες.

- Που οφείλεται η επιτυχία αυτής της συμφωνίας;

Οφείλεται στα εξής: α) οι συμφωνίες ήταν περιορισμένες και πραγματιστικές, και επικεντρώθηκαν στους μικρούς κοινούς παρονομαστές προκειμένου να διευκολύνουν μια κυβέρνηση ικανή να σταματήσει τις αντιδημοκρατικές πολιτικές που εφάρμοζαν στη χώρα τα νεοφιλελεύθερα δεξιά κόμματα β) τα κόμματα θα διατηρούσαν την ταυτότητα τους και κατέστησαν σαφές ότι οι συμφωνίες δεν θα την έθεταν σε κίνδυνο, πόσο μάλλον δεν θα την κατάστρεφαν γ) η κυβέρνηση έπρεπε να είναι συνεκτική και ως εκ τούτου έπρεπε να είναι ευθύνη ενός μόνο κόμματος, δεδομένου ότι η κοινοβουλευτική υποστήριξη θα εξασφάλιζε την σταθερότητά της δ) η καλή πίστη θα επικρατούσε πέρα από την συμφωνία, η οποία θα ελέγχονταν τακτικά από τα εμπλεκόμενα κόμματα. Τα έγγραφα της συμφωνίας είναι μοντέλα πολιτικών αντιπαραθέσεων και περιγράφουν αυστηρά τους συμφωνημένους όρους. Βασικά, τα συμφωνηθέντα μέτρα είχαν δύο σημαντικούς πολιτικούς στόχους: να θέσουν τέρμα στη φτώχεια των Πορτογάλων με την ανάκτηση του εισοδήματος των εργαζομένων και των συνταξιούχων σύμφωνα με την εισοδηματική κλίμακα, και να σταματήσουν τις ιδιωτικοποιήσεις οι οποίες, στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, είναι πράξεις πειρατείας. Οι συμφωνία πραγματοποιήθηκε με επιτυχία, και η κυβέρνηση ανέλαβε τα καθήκοντά της σε ένα πολιτικά εχθρικό κλίμα που δημιούργησαν ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, όλοι τους δουλικοί υπηρέτες της νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας. Σταδιακά, οι κυβερνητικές πολιτικές απέδωσαν εκπληκτικά αποτελέσματα. Πολύ σύντομα, πολλοί επικριτές έπρεπε να αναγνωρίσουν την ανάπτυξη της οικονομίας, τη μείωση της ανεργίας, και την συνολική βελτίωση της εικόνας της χώρας. Η σημασία όλων αυτών μπορεί σήμερα να συνοψιστεί ως εξής: με τη θέσπιση πολιτικών που αντιτίθενται στις νεοφιλελεύθερες συνταγές, τα αποτελέσματα που επετεύχθησαν επιτυγχάνονται χωρίς να αυξάνεται η φτώχεια και ο πόνος των Πορτογάλων. Αντίθετα, επιτυγχάνεται μέτρια βελτίωση. Πιο σαφώς, αυτή η πολιτική καινοτομία δείχνει ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένα ψέμα, και ότι ο μόνος σκοπός του είναι να προωθήσει τη συγκέντρωση του πλούτου κάτω από το παγκόσμιο οικονομικό κεφάλαιο. Φυσικά, η ντόπια και η διεθνής νεοφιλελεύθερη δεξιά δεν είναι καθόλου ευχαριστημένες, και θα προσπαθήσουν να θέσουν τέρμα σε αυτήν την πολιτική λύση με τη βοήθεια εκείνου του τμήματος της δεξιάς που δεν συμπάθησε ποτέ τις υπερβολές του νεοφιλελευθερισμού και θέλει να ξαναγυρίσει την εξουσία.

(*) Ο Μποαβεντούρα ντε Σόουζα Σάντος είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας και διευθυντής του Κέντρου Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Κοΐμπρα (Πορτογαλία), και διακεκριμένος επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Μάντισον του Γουισκόνσιν (ΗΠΑ).

Πηγή: Εποχή

Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Τα σύμβολα και η πραγματικότητα




του Γιώργου Σταματόπουλου

Και εκεί που υπήρχε αισιοδοξία, μια ανοιχτή πύλη για να εισέλθει η χώρα στην επίλυση του ονόματος της γειτονικής χώρας, εκείνη ακριβώς την ώρα η πύλη αρχίζει να ξανακλείνει - δεν γίνεται να μη λάβεις υπόψη σου τόσες εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους (δυστυχώς, έτσι λειτουργεί η πολιτική), οπότε τα όποια σχέδια αλλάζουν άρδην, είτε αυτά τα εμπνεύστηκαν οι κυβερνώντες είτε οι αντιπολιτευόμενοι.
Πράγματι ήταν κάτι εντυπωσιακό το συλλαλητήριο σε ό,τι αφορά τη μεγάλη συμμετοχή· ουδείς ορθολογικά σκεπτόμενος την ανέμενε. Και βέβαια δεν είναι δυνατόν όλοι αυτοί που συμμετείχαν να είναι εμποτισμένοι από την ιδεολογία του φασισμού ή ενός ακραίου εθνικισμού - με άλλους όρους πρέπει να προσεγγιστεί το μαζικό φαινόμενο της αντίδρασης.
Ετσι κι αλλιώς ο καθείς είναι ελεύθερος να διαδηλώνει για ό,τι νομίζει ότι τον τυραννά ή τον καταπιέζει, συνταγματικό του δικαίωμα είναι. Το αν έχει δίκιο ή άδικο είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Η αμηχανία των δύο μεγάλων κομμάτων ήταν εμφανής προτού γίνει το συλλαλητήριο και μετατράπηκε σε απορία και μεγαλύτερη αμηχανία μετά τη μαζικότητά του. Τι κάνουν τώρα; Πώς να το απαξιώσουν και πώς να το αρνηθούν; Μπορούν να καταγγελθούν οι διοργανωτές του και οι ακροδεξιοί ομιλητές, η Εκκλησία, οι χρυσαυγίτες και να κατακριθούν τα ακραία εθνικιστικά συνθήματα. Τι γίνεται, όμως, με τις εκατοντάδες χιλιάδες που παρευρέθησαν;
Εχει σημασία να τονιστεί η υπόθεση των διοργανωτών. Πώς, π.χ., ναυλώθηκαν σχεδόν τριακόσια λεωφορεία; Με τίνος αναλώματα; Μια απάντηση θα φώτιζε πολλά.
Παραθέτω την κατακλείδα της δήλωσης της Ζωής Κωνσταντοπούλου, παρότι δεν συμμερίζομαι την αισιοδοξία των τελευταίων είκοσι μιας λέξεων: «Δεν χαρίζω τους πολίτες που διαδήλωσαν σήμερα (σ.σ.: χθες) ούτε στους φασίστες ούτε στους εθνικιστές ούτε στους “εξευγενισμένους” μνημονιακούς ακροδεξιούς, που ψήφισαν κι εφάρμοσαν όλα τα μνημόνια της υποτέλειας, ούτε στους χρυσαυγίτες, νοσταλγούς των ναζί, που αιματοκύλισαν τη Θεσσαλονίκη. Η σημερινή κυβέρνηση είναι υποτελής και δεν νομιμοποιείται να διαπραγματευθεί.
Γιατί θα παραδώσει ξανά τη χώρα μας. Τη χώρα δεν θα την υπερασπιστούν οι ακραίοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας ή του Στρατού ούτε οι νοσταλγοί άλλων εποχών. Ούτε οι προωθούμενοι από το σύστημα υποκατάστατοι σωτήρες. Τη χώρα θα την υπερασπιστούν, όπως πάντα συνέβη στην ιστορία μας, οι πολίτες. Οι ίδιοι που θα υπερασπιστούν τη δημοκρατία. Εμείς».
Ολος αυτός ο κόσμος δεν συνάχτηκε όταν του κόβανε τις συντάξεις και τον ωθούσαν στην ανεργία και την ξενιτειά, ούτε δείχνουν καμιά διάθεση να ξεσηκωθούν τώρα που με τους πλειστηριασμούς κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους, εκτός αν έχουν πειστεί ότι τίποτα δεν γίνεται από τότε που η κυβέρνηση με δική της απόφαση έκανε «ναι» το «όχι» του δημοψηφίσματος. Πώς, όμως, ξεσηκώθηκαν για ένα όνομα; Είναι πιο σπουδαίο από την επιβίωσή τους; Μήπως τα σύμβολα είναι πιο δυνατά από την πραγματικότητα; Είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν όσοι δίνουν ψυχή και σώμα για τα σύμβολα και όχι για το σώμα τους; Αυτά είναι τα δύσκολα...

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Οι Τρεις Πινακίδες Έξω Από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι


Για να είμαι ειλικρινής το τρέιλερ και το θέμα της ταινίας δεν μου προκάλεσαν κάποιο ενδιαφέρον. Όμως παραξενεύτηκα με την αντίδραση που υπήρξε όταν μαθεύτηκε πως μόνο δυο κινηματογραφικές αίθουσες θα προβάλλουν την ταινία. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια και δέχτηκα την πρόταση δυο φίλων να πάμε στην προβολή της ταινίας στο Odeon Όπερα. Η τεράστια ουρά στην Ακαδημίας και η ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του κινηματογράφου διόγκωσαν τις προσδοκίες μου αλλά το φινάλε με βρήκε προβληματισμένο στη καρέκλα. 
Η ιστορία αναφέρεται σε μία μητέρα που αποφασίζει με ευφάνταστο τρόπο να πιέσει τις αστυνομικές αρχές για την εξιχνίαση του αποτρόπαιου βιασμού και θανάτου της κόρης της. Νοικιάζει τρεις πινακίδες τις οποίες γράφει το κατηγορώ της απέναντι στον αστυνομικό διευθυντή. Η πράξη της αυτή, ηθική και δίκαιη, ταρακουνάει το ήρεμο κλίμα που επικρατεί στην πόλη. Η κοινωνία διχάζεται κι οι αστυνομικοί δε ξέρουν πως να διαχειριστούν την υπόθεση μ' αποτέλεσμα τα νεύρα των εμπλεκομένων να δημιουργούν εκρηκτικές καταστάσεις. 
Η ταινία έχει αρκετά θετικά στοιχεία. Είναι καυστική απέναντι στην αμερικανική κοινωνία όπου κάθε μορφή ρατσισμού υποβόσκει σε κάθε σπίτι κι άκρως κατηγορηματική στην επικίνδυνη μεταστροφή της αστυνομίας προς τον ρατσισμό και την βιαιότητα (έξυπνη η ατάκα του διοικητή ο οποίος δηλώνει πως αν χρειαστεί να απολύσει όλους τους αστυνομικούς που μισούν τους μαύρους θα του μείνουν μόνο δυο τρεις οι οποίοι με τη σειρά τους θα μισούν τους ομοφυλόφιλους). Επίσης σε αρκετά σημεία η ταινία κερδίζει με το μαύρο της χιούμορ, ειδικά με τη συμπεριφορά του μαμάκια αστυνομικού ενώ το λιτό της σενάριο καλύπτεται από τις εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών. Αν και οι περισσότεροι μιλάνε για την οσκαρική ερμηνεία της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ εγώ απόλαυσα περισσότερο τον Σαμ Ρόκγουελ που υποδύεται τον οξύθυμο ρατσιστή αστυνομικό.
Από εκεί και πέρα η ταινία δεν μου πρόσφερε κάτι παραπάνω. Οι διάλογοι ήταν ρηχοί παρόλο που ήταν σχετικά έξυπνοι γι' αμερικανική ταινία. 
Σεναριακά μου προκάλεσε αρκετά ερωτήματα και συγχωρήστε με για τα σπόιλερ που θα κάνω αλλά είναι αδιανόητο να φλέγεται ένα αστυνομικό τμήμα από βόμβες μολότοφ κι οι δυο αυτόπτες μάρτυρες που εν μέρει είναι υπ' αριθμόν ένα ύποπτοι να αφήνονται ελεύθεροι με ένα πεντακάθαρο ψεματάκι. Επίσης όταν ένα αστυνομικό στέλεχος αυτοκτονεί ένας άλλος ξεσπά με βίαιο τρόπο στον ιδιοκτήτη των διαφημιστικών πινακίδων κι όχι στην πρωταγωνίστρια που πλήρωσε για να ανεβούν τα μηνύματά της. Κι αφού του επιτίθεται απλώς απολύεται και δε συλλαμβάνεται για την αποτρόπαιη πράξη του. 
Υπάρχουν πολλά ερωτήματα ακόμη που δε θέλω να τα θέσω εδώ διότι θα σας μαρτυρήσω ολόκληρο το σενάριο. Αφήνοντας κατά τη διάρκεια της ταινίας όλα αυτά τα ερωτήματα στη άκρη, κρατούσα μόνο ένα το οποίο θεωρούσα μέχρι το τέλος ως το πιο σημαντικό, καθώς αναρωτιόμουν που το πάει ο σκηνοθέτης. Δυστυχώς το φινάλε επιβεβαίωσε τις επιφυλάξεις που είχα καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας, μιας και το σενάριο δεν μας οδήγησε πουθενά. 
Φεύγοντας από τη σκοτεινή αίθουσα, συζήτησα με τους φίλους πως μπορεί η ταινία να με διασκέδασε αλλά δεν μ' ενθουσίασε. Μεμιάς μου φάνηκαν εκνευριστικά παρατραβηγμένοι οι χαρακτηρισμοί περί "οσκαρικής" ταινίας. 
Είμαι βέβαιος πως αν η ταινία δεν είχε διαφημιστεί τόσο πολύ, δε θα κατάφερνε να γεμίσει τις δυο μοναδικές αίθουσες του λεκανοπεδίου που την φιλοξενούσαν.

Βαθμολογία: 6/10

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Ο σκοταδισμός αντεπιτίθεται




Η χρονιά που μας πέρασε στιγματίστηκε με την εδραίωση ακροδεξιών πολιτικών τάσεων στην Ευρώπη, με αποκορύφωμα την περίπτωση της Αυστρίας. Αντιθέτως στη χώρα μας πανηγυρίζαμε με τα απανωτά κλεισίματα γραφείων της Χρυσής Αυγής σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος. Η αίσθηση ανακούφισης σε κάθε αντιφασιστικό λουκέτο, καλό είναι να μην μας εφησυχάζει διότι ο σκοταδισμός δε νικιέται εύκολα. Πόσο μάλλον μ’ αυτόν τον τρόπο.
Το Μακεδονικό ζήτημα που επανήλθε μετά από μία δεκαετία, στάθηκε αφορμή να ξαναβγούν τα φίδια από τις φωλιές τους. Πατώντας πάνω στον πατριωτισμό συνανθρώπων μας, ανασυντάχθηκαν για να δουν αν τους παίρνει να πατήσουν ξανά πόδι. Το κάλεσμα προσπάθησε με πατριωτικό ύφος να κρύψει την φασιστική του υπόσταση. Δεν πιστεύω πως όλοι όσοι συγκεντρώθηκαν την περασμένη Κυριακή στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης είναι εθνικιστές αλλά με την παρουσία τους ηθελημένα ή μη, έδωσαν ένα ισχυρό πάτημα στον εγχώριο εθνικισμό. Δεν θα επιδιώξω να δικαιολογήσω την παρουσία τους, καθώς δεν υπάρχει καμία εξήγηση σχετικά με τις ιαχές του κοινού «είναι τρελός ο στρατηγός» όταν ο απόστρατος αξιωματικός Φράγκος Φραγκούλης φώναζε «Ζήτω ο στρατός!» και «Ζήτω οι ειδικές δυνάμεις». Συνθήματα που φέρνουν ανατριχίλα σε κάθε σκεπτόμενο δημοκράτη.
Το συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης δεν ήταν τίποτα παραπάνω από την επιβεβαίωση μιας κρυφής επιθυμίας να ιδρυθεί ένα νέο κόμμα μεταξύ ακροδεξιάς και νεοναζισμού. Πιθανότατα μίας «σοβαρής Χρυσής Αυγής» που επιθυμούσαν κάποιοι νεοφιλελεύθεροι δημοσιογράφοι.
Την ίδια στιγμή ο σκοταδισμός προσπαθεί να επανέλθει σε όσες πόλεις έχασε έδαφος. Την επόμενη βδομάδα θα χουμε την ομιλία δυο βουλευτών της Χρυσής Αυγής στη Χίο. Όλοι θυμόμαστε πως μετά την τελευταία τους επίσκεψη, πραγματοποιήθηκε το ντροπιαστικό πογκρόμ της Σούδας. Εκείνον τον Νοέμβρη, η χιώτικη κοινωνία συνειδητοποίησε την εγκληματική φύση αυτής της ιδεολογίας.
Με ποιο ήθος λοιπόν και με ποια ανοχή θα δεχτούμε να ακούσουμε για μία ακόμη φορά ρητορικές μίσους στο νησί μας;

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

Οι παρέες του κ.Θόδωρου Αγγελόπουλου



Έξι χρόνια από τον άδικο χαμό του μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη κ.Θόδωρου Αγγελόπουλου κι αυτό με οδήγησε για μία ακόμη φορά στο να ανατρέξω σε παλιές του συνεντεύξεις κι αναφορές, διότι πολλές φορές έχουμε την ανάγκη να μοιραστούμε τις σκέψεις αυτών των ανθρώπων, ειδικά όταν διανύουμε ύπουλους και ζοφερούς χρόνους. 
Σε μία συνέντευξή του στην ΕΡΤ τον είχαν ρωτήσει για την περίοδο της χούντας. Δεν επανέλαβε τις καταστάσεις που όλοι γνωρίζουμε κι έχουμε ακούσει από πρόσωπα που έχουν ζήσει εκείνην την εποχή όπως έλλειψη ελευθερίας, ανασφάλεια, βασανιστήρια κ.α. Στην ερώτηση της δημοσιογράφου, το πρόσωπό του έλαμψε κι αναφέρθηκε στις παρέες εξηγώντας πως βιώνοντας όλα αυτά τα γεγονότα, αρκετοί νέοι συσπειρώνονταν και προσπαθούσαν να ουρλιάξουν για ελευθερία και δημοκρατία μέσα από έργα. Αυτό όμως που τους ένωνε περισσότερο ήταν η ανιδιοτέλεια, η θυσία κι η αγνή πίστη στα οράματα και τις ιδέες τους.
Αυτές οι ονειρικές παρέες που αναφερόταν ο μεγάλος δημιουργός δυστυχώς απουσιάζουν στις μέρες μας. Η κοινωνία δομήθηκε με βασικά θεμέλια τον εγωισμό και το ατομικό συμφέρον. Κοιτώντας ο καθένας στην πάρτη του, γίναμε μικρές κι ασήμαντες οντότητες, εύκολα αντιμετωπίσιμες από το απάνθρωπο σύστημα που μας έχει επιβάλλει μία χρόνια μιζέρια. 
Και δυστυχώς σ' αυτήν την παρακμή που βιώνουμε οι μόνοι που καταφέρνουν να συσπειρώσουν τον κόσμο είναι οι εθνικιστές κι οι φασίστες. Χωρίς νόηση και κρίση, αρκετοί συμπολίτες μας γίνονται έρμαια των ακροδεξιών που ονειρεύονται πάλι χούντες, εξαπατώντας τον κόσμο με το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ανάθεμα κι αν έχει διαβάσει κάποιος απ' όλους αυτούς γνωμικά κι αποφθέγματα αυτού του μεγάλου στρατηλάτη. 
Πράγματι δε μπορώ με σιγουριά να φανταστώ τι άποψη θα είχε ο κ.Θόδωρος Αγγελόπουλος απέναντι στο συλλαλητήριο που πραγματοποιήθηκε στην Θεσσαλονίκη. Δε θα ξαφνιαζόταν καθώς δεκαετίες παρακολουθούσε τον φασισμό που επωαζόταν στην ελληνική κοινωνία. Είμαι όμως βέβαιος πως θα θλιβόταν διαπιστώνοντας πως αυτές οι παρέες που μνημόνευε δεν υπάρχουν πια.
Μπορεί να μας άφησε πριν από έξι χρόνια αλλά εξακολουθεί να δηλώνει παρών με μια παρακαταθήκη που θεωρείται ως μία από τις σημαντικότερες των σύγχρονων Ελλήνων δημιουργών. Μέσα από το έργα του κατάφερε να κρατήσει ζωντανή μία άγνωστη Ελλάδα και μία ιστορία που ποτέ δεν καταγράφηκε ως επίσημη. 

Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Πού αποβλέπει η τουρκική εισβολή στο Αφρίν




του Κώστα Ράπτη

Η επιχείρηση, αεροπορική αλλά και χερσαία, υπό το οργουελιανό όνομα "Κλάδος Ελαίας”, την οποία εξαπέλυσε το Σάββατο η Τουρκία εναντίον του αυτονομημένου κουρδικού "καντονιού” του Αφρίν στη βορειοδυτική Συρία, αποτελεί τομή στην εξελισσόμενη εδώ και επτά χρόνια συριακή κρίση. Και αυτό διότι κινδυνεύει να φέρει αντιμέτωπες, ακόμη και στο πεδίο των μαχών, τις δύο μεγαλύτερες χώρες της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Στην αφετηρία της συγκεκριμένης εξέλιξης βρίσκεται η εξαγγελία από αμερικανικής πλευράς στις 14 Ιανουαρίου της δημιουργίας στην βορειοανατολική Συρία μίας "μεθοριακής δύναμης” 30.000 ανδρών, η οποία προφανώς ως κορμό της θα έχει τους Κούρδους μαχητές του PYD (αδελφής οργάνωσης του ΡΚΚ) και θα συμπληρώνεται από τοπικές αραβικές δυνάμεις, που δεν είναι παρά φυλές που προηγουμένως συνεργάζονταν με το Ισλαμικό Κράτος και τώρα άλλαξαν στρατόπεδο.
Η απόφαση αυτή, η οποία προέκυψε από την εμμονή της CentCom (της διακλαδικής Κεντρικής Διοίκησης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων) για τη δημιουργία ενός μόνιμου προγεφυρώματος στη βορειοανατολική Συρία, ελήφθη χωρίς συνεννόηση με την Τουρκία και προκάλεσε συναγερμό στην Άγκυρα, όσο και αν την επομένη ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών έσπευσε να δηλώσει ότι το επίμαχο στρατιωτικό σώμα δεν θα αποτελεί "μεθοριακή δύναμη”.
Η τουρκική αντίδραση, όμως, υπακούει στη λογική της "μετωνυμίας”: αλλού εκδηλώνεται και αλλού απευθύνει το μήνυμα. Το καντόνι του Αφρίν είναι απομονωμένο από την υπόλοιπη, συμπαγή κουρδοκρατούμενη περιοχή, στην οποία βρίσκονται πέντε αμερικανικές βάσεις. Μολονότι μάλιστα δεν συνορεύει καν με τουρκικές επαρχίες κουρδικού πληθυσμού, ώστε να βρίσκουν εφαρμογή οι φόβοι για κάποιου είδους "ντόμινο”, το Αφρίν αποτελεί δελεαστικό στόχο, αφενός διότι τονώνει το μιλιταριστικό αναθεωρητικό προφίλ της Τουρκίας του Erdogan, αφετέρου διότι αποδεικνύει στο PYD το μήνυμα ότι η αμερικανική προστασία δεν αρκεί.
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η επιχείρηση "Κλάδος Ελαίας” κατέστη δυνατή λόγω της ανοχής, αν όχι συνενοχής, της Ρωσίας και των συμμάχων της, καθώς μέχρι τώρα λειτουργούσε προστατευτικά για το Αφρίν, η παρουσία ρωσικών στρατευμάτων.
Όμως ήδη στις 18 Ιανουαρίου επισκέφθηκαν τη Μόσχα ο αρχηγός του γενικού επιτελείου και ο επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας για συνεργασία με τους ομολόγους τους, σε μία κίνηση που μαρτυρεί προχωρημένο συντονισμό των δύο πλευρών. Λίγο μετά οι ρωσικές δυνάμεις αποσύρθηκαν από το Αφρίν, προκειμένου να προφυλαχθούν.
Είχε προηγηθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, ρωσική μεσολαβητική προσπάθεια να αναλάβει την προστασία του Αφρίν ο συριακός κυβερνητικός στρατός, όμως αυτή απορρίφθηκε από την κουρδική πλευρά.
Τόσο η Συρία, όσο και η Ρωσία και το Ιράν ενοχλούνται και ανησυχούν από την νέα πρωτοβουλία της Άγκυρας να παραβιάσει την συριακή επικράτεια, χωρίς προφανώς συνεννόηση με τη Δαμασκό. Όμως τα όποια προβλήματα γεννά η τουρκική παρουσία στη βόρεια Συρία έρχονται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο ενδεχόμενο μακρόχρονης "αμερικανικής κατοχής” στα βορειοανατολικά, με αιχμή το κουρδικό στοιχείο. Μάλιστα ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Sergey Lavrov ανοιχτά κατήγγειλε την δημιουργία στην περιοχή "εναλλακτικών κρατικών δομών”.
Εξ ού και οι αντιδράσεις της Δαμασκού και της Τεχεράνης απέναντι στην (παράνομη, προφανώς) τουρκική εισβολή είναι προς το παρόν αποκλειστικά φραστικές, ενώ η Μόσχα δικαιολόγησε με έναν τρόπο τις ενέργειες της Άγκυρας ως αντίδραση στις αμερικανικές πρωτοβουλίες. Άλλωστε, η ανοχή προσφέρεται με αντάλλαγμα: την ολοκλήρωση από τον συριακό στρατό και τη ρωσική αεροπορία της εκκαθάρισης της επαρχίας της Ίντλιμπ από τα τζιχαντιστικά στοιχεία που είχαν μέχρι τώρα την στήριξη της Τουρκίας.
Είναι βέβαια πρόωρο να εκτιμήσει κανείς πόσο θα διαρκέσει, πόσο αιματηρή θα αποβεί και τι έκβαση θα έχει η επιχείρηση "Κλάδος Ελαίας”. Το Αφρίν αποτελεί περιοχή ορεινή με χιλιάδες μαχητές και η Τουρκία μετρά ήδη την απώλεια τεσσάρων τεθωρακισμένων της. Δεν είναι απίθανο η τουρκική πλευρά σύντομα να αναδιπλωθεί, αναγγέλλοντας μια πρόωρη "νίκη”.
Σε κάθε περίπτωση, το κουρδικό στοιχείο δείχνει και πάλι να συγκαταλέγεται στους χαμένους, εφόσον, υπερτιμώντας εξαιρετικά τις δυνάμεις του (όπως συνέβη πρόσφατα και το βόρειο Ιράκ), έκοψε τις γέφυρες με Δαμασκό και Μόσχα και προσχώρησε στο αμερικανικό σχέδιο απόσχισης της βορειοανατολικής Συρίας, το οποίο όμως δεν είναι μακροπρόθεσμα βιώσιμο, εφόσον θα καταπολεμηθεί από όλα τα γειτονικά κράτη.

Πηγή: capital.gr

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Μικρή ιστορία για ένα φόνο (1988)



Ο χειμερινός καιρός απαιτεί κι ανάλογες βραδινές προβολές. Γι' αυτό το λόγο πέρασα από την ρομαντική ατμόσφαιρα του ιταλικού κινηματογράφου στα μουντά διαμάντια της Κεντρικής Ευρώπης. Μετά το τσέχικο Alois Nebel στράφηκα λίγο βορειοανατολικότερα απολαμβάνοντας ένα από τα όχι και τόσο γνωστά αριστουργήματα του πολυαγαπημένου Πολωνού σκηνοθέτη Κριστόφ Κισλόφσκι. Αναφέρομαι στη "Μικρή Ιστορία για ένα φόνο" η οποία ξεπήδησε μέσα από τον θρυλικό "Δεκάλογο", και συγκεκριμένα από την πέμπτη κατά σειρά ταινία που αναφέρεται στην εντολή "Ου φονεύσεις". 
Η ιστορία μας πηγαίνει σε μία άχρωμη και βρώμικη Βαρσοβία. Από την πρώτη σκηνή στους τίτλους αρχής όπου βλέπουμε να αιωρείται το κρεμασμένο πτώμα μίας μικρής γάτας, συνειδητοποιούμε την αμείλικτη στάση του δημιουργού απέναντι στο θάνατο. Πρωταγωνιστές είναι τρεις άνθρωποι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα των οποίων οι στιγμές περιπλέκονται μετά από μία δολοφονία. Έχουμε έναν έφηβο που περιφέρεται άσκοπα στην πόλη, έναν ταξιτζή που βγάζει μίσος και σεξισμό σε ότι κινείται γύρω του κι έναν φιλόδοξο νεαρό που θέλει να πετύχει στη ζωή του ως δικηγόρος. 
Ο έφηβος επιλέγει τον ταξιτζή για να τον μεταφέρει κάπου αλλά στη διαδρομή θα του ζητήσει να πάρει άλλο δρόμο, οδηγώντας τον σε μία ερημική περιοχή. Εκεί θα γίνει το φονικό με σκοπό να του κλέψει το όχημα. Ένα χρόνο αργότερα ο δικηγόρος θα αναλάβει την υπόθεση του νεαρού στο δικαστήριο και θα την χάσει. Η απόφαση του δικαστηρίου είναι η θανατική ποινή. 
Μέχρι εκείνη τη στιγμή υπάρχει μία αντιπάθεια τόσο στον ταξιτζή ο οποίος τελικά φονεύεται όσο και στον νεαρό που τον σκοτώνει. Το κλίμα όμως αλλάζει αναπάντεχα την μέρα της εκτέλεσης, όπου ο δικηγόρος δέχεται την τελευταία επιθυμία του νεαρού και μένει για λίγα λεπτά μαζί του λίγο πριν οδηγηθεί ο μελλοθάνατος στην αγχόνη. Σε κείνα τα λεπτά βουβής περισυλλογής, ο νεαρός θα του εμπιστευτεί όλη του τη ζωή ξεδιπλώνοντας μία μία τις πτυχές της συμπλεγματικής κι αντικοινωνικής του φύσης. Με απλά λόγια και δυνατά συναισθήματα αρχίζει μία εντυπωσιακή μεταστροφή της άποψης που έχουμε για τον νεαρό. Μία απολογία που δεν επιθύμησε ποτέ το κράτος να ακούσει. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ως θεατές να επιζητούμε βουβά την αθώωσή του. καθώς η αποστροφή μας μετατίθεται από το πρόσωπό του στην πράξη του κάτι που επιβεβαιώνεται στη κουβέντα τους. "Τώρα όλοι με μισούν" δηλώνει ο νεαρός για να δεχτεί μία άκρως δυνατή απάντηση από τον δικηγόρο "Όχι, δεν μισούν εσένα αλλά αυτό που έκανες". 


Από τη στιγμή που μπαίνει ο δικηγόρος στο κελί του μελλοθάνατου, ο χρόνος αποκτά άλλο νόημα. Ο χτύπος του κάθε δευτερολέπτου γίνεται πιο βαρύς και σημαντικός. Συνειδητοποιούμε πως δεν υπάρχει επιστροφή. Η κάθε στιγμή γίνεται μεμιάς παρελθόν κι αν οι ίδιοι δε το αντιληφθούμε έγκαιρα, αφήνουμε τη ζωή να κυλήσει άσκοπα. Είναι οι συζητήσεις που γίνονται βιαστικά ξέροντας πως ο χρόνος μετράει αντίστροφα κι η ανάγκη να ουρλιάξουμε για την μοναξιά που μας πνίγει και μας οδηγεί σε μη αναστρέψιμα λάθη. Είναι ο ειλικρινής φόβος απέναντι στον θάνατο, ο οποίος στη ταινία εκδηλώνεται με απίστευτη λυρικότητα στη στιγμή που ο δεσμοφύλακας οδηγεί τον νεαρό στην αίθουσα με την κρεμάλα κι εκείνος χλωμός και μουδιασμένος ίσα που καταφέρνει να ψελλίσει ένα "δε θέλω να πάω". 
Κι όταν έρχεται η στιγμή της εκτέλεσης, το κύλισμα του χρόνου από βασανιστικό γίνεται μαρτυρικό. Το τελευταίο τσιγάρο φλέγεται τρεμάμενο στα χείλη του μελλοθάνατου, ο απόμακρος κληρικός κάνει από αγγαρεία το τελετουργικό κι ο κρατικός υπάλληλος με ψυχρότητα και ειρωνεία διαβάζει την καταδίκη. Όλο αυτό το σκηνικό γίνεται αμέσως γροθιά τόσο στο κατεστημένο όσο και στο στομάχι των θεατών. Με άκρως ρεαλιστικό και λιτό τρόπο, ο δημιουργός αποδεικνύει πως η θανατική ποινή είναι το ίδιο απάνθρωπη με την δολοφονία. 
Ο δημιουργός παίζει εκπληκτικά με τους δυο θανάτους. Και οι δυο είναι αποκρουστικοί και παρουσιάζονται κυρίως με τον ήχο. Στον πρώτο ακούμε τον βρόγχο του ταξιτζή καθώς τον πνίγει ο νεαρός με ένα σκοινί αλλά και με τον ανατριχιαστικό ήχο που βγάζει η πέτρα καθώς συνθλίβει το κεφάλι του ενώ στην εκτέλεση ακούμε το τίναγμα του σώματος του νεαρού καθώς κρέμεται στην αγχόνη. Επίσης είναι συμβολικός ο χρόνος των φονικών, ο ένας έχει διάρκεια και είναι αναποτελεσματικός καθώς ο νεαρός καταφέρνει να σκοτώσει με την τρίτη φορά τον ταξιτζή ενώ ο "κρατικός φόνος" είναι σύντομος και στιγμιαίος αλλά έχει μία βασανιστική αναμονή. Αν κι ο πρώτος θάνατος φαίνεται να μη γίνεται προμελετημένα έχει μια φυσικότητα ενώ ο δεύτερος που  γίνεται προγραμματισμένα και νόμιμα φαντάζει αφύσικος και βάναυσος.


Η ταινία είναι ένα πραγματικό διαμάντι για πολλούς λόγους. Σκηνοθετικά με μάγεψε η ματιά του Κισλόφσκι. Τα πλάνα είναι ισορροπημένα και γίνονται δυστοπικά με το φίλτρο που χρησιμοποιεί. Τα τοπία αποκτούν μία αρρωστημένη κίτρινη απόχρωση ενώ τo θάμπωμα και το σκοτείνιασμα που προστίθενται σε διάφορα καρέ, επικεντρώνουν το βλέμμα μας σε καίρια σημεία.
Σεναριακά ο δημιουργός επικεντρώνεται στις πράξεις, φέρνοντάς μας αντιμέτωπους κι απροετοίμαστους σε στιγμές αποφάσεων κι ευθυνών. Με πολύ έξυπνο τρόπο προσπερνάει την σύλληψη και τη δίκη του νεαρού δολοφόνου για να φέρει πιο κοντά τους δύο θανάτους. Μ' αυτόν τον τρόπο η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, εξηγώντας μας με ξεκάθαρο τρόπο πως κανένας φόνος δεν είναι αποδεκτός είτε είναι νόμιμος είτε παράνομος. 
Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι εκπληκτικές με καλύτερη όλων αυτή του νεαρού δολοφόνου που υποδύεται ο Μiroslaw Baka. Μάλιστα στα τελευταία λεπτά της ερμηνείας του είναι τόσο συγκλονιστικός που κατάφερε να σοκάρει αρκετούς Πολωνούς αξιωματικούς, αναγκάζοντάς τους να διακόψουν τις εκτελέσεις θανατικών ποινών για τουλάχιστον πέντε χρόνια.   
Αυτός όμως που αφήνει το στίγμα του είναι ο δικηγόρος που υποδύεται ο Krzysztof Globisz, ο οποίος δίνει χρόνο στον νεαρό δολοφόνο να του απολογηθεί με ανθρώπινο τρόπο κι εκεί να διαπιστώσει τη πηγή του κακού. Μία ενέργεια που το κράτος προσπερνά καθώς βιάζεται να εκτελέσει κατά γράμμα τους νόμους. Λίγο πριν το τελικό του ξέσπασμα, ο δικηγόρος καταφέρνει να δώσει ένα γερό χαστούκι στο σύστημα με την εξής δήλωση, «Τιμωρία σημαίνει εκδίκηση, κυρίως όταν στοχεύει να βλάψει αλλά δεν εμποδίζει το έγκλημα. Για ποιους εκδικείται ο νόμος; Τους αθώους; Οι αθώοι θέτουν τους νόμους;». 
Τέλος ένα ακόμη στοιχεία που λάτρεψα σ' αυτήν την αριστουργηματική ταινία είναι το μουσικό ντύσιμο από τον πολυαγαπημένος συνθέτης Zbigniew Preisner με κομμάτια που έχουμε ακούσει πολλές φορές. 
Ο Κριστόφ Κισλόφσκι καταφέρνει και υμνεί την αγάπη και το θαύμα της ζωής μέσα από δύο θανάτους. Δε ξέρω αν θα μπορούσε κάποιος άλλος να πετύχει ένα αντίστοιχο εγχείρημα. 
Προσωπικά, πιστεύω πως ξεκίνησα με τον καλύτερο τρόπο τον φημισμένο Δεκάλογο του Πολωνού δημιουργού.

Βαθμολογία: 9/10

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Απ’ το Αφρίν στους ευρω-άφρονες




του Γιώργου Τσιάρα

Η παγκόσμια προσοχή στρέφεται και πάλι τις τελευταίες ώρες στη βόρεια Συρία και τα σύνορα με την Τουρκία, όπου βρομάει κυριολεκτικά μπαρούτι, καθώς ο παντελώς ανεξέλεγκτος πλέον «σουλτάνος» Ερντογάν βγάζει... Αφρίν από το στόμα και ετοιμάζεται να μπουκάρει για να πνίξει το αγέννητο ακόμη Κουρδιστάν στην κούνια του – αδιαφορώντας πλήρως για τη μόνιμη παρουσία Αμερικανών πρακτόρων και πεζοναυτών δίπλα στους Κούρδους «τρομοκράτες», αλλά και για τα συνεχή... «νιετ» της υποτιθέμενης συμμάχου του Ρωσίας, που έχει κι αυτή τοποθετήσει στρατηγικά τις δικές της «μπότες στο έδαφος» στην καρδιά του κουρδικού καντονιού και δεν δείχνει να ιδρώνει από τα τουρκικά τελεσίγραφα.
Αλλά ο Μεγάλος Τούρκος από το κάτω ράφι δεν θέλει, ή ίσως και να μην μπορεί πια, για εσωτερικούς λόγους, να κάνει πίσω: το διασυνοριακό κανονίδι ήδη ξεκίνησε, με στόχο τα κουρδικά χωριά της μεθορίου, και η Αγκυρα στέλνει δέκα δέκα στη Συρία τα πούλμαν με τους καλά οπλισμένους, αλλά κομματάκι λαγόψυχους κατσαπλιάδες της τού «Ελεύθερου Συριακού Στρατού», που έχουν ώς τώρα αποδείξει ότι χωρίς τις πλάτες του τουρκικού στρατού δεν μπορούν να καταλάβουν –και πολύ περισσότερο να κρατήσουν– ούτε συνοικιακό περίπτερο, απέναντι στους μπαρουτοκαπνισμένους Κούρδους.
Οσο για τον Ασαντ, που χάρη στους Ρώσους αεροπόρους και τους σιίτες (Ιρανούς και Λιβανέζους) συμπολεμιστές του έχει ανακτήσει πια το μεγαλύτερο μέρος της χώρας του, μετά από έξι χρόνια αιματηρότατου εμφυλίου και εκατέρωθεν θηριωδιών, προειδοποίησε χθες ξεκάθαρα τον Ερντογάν πως ό,τι πετάει πάνω από το Αφρίν και δεν είναι ρωσικό, θα καταρρίπτεται χωρίς προειδοποίηση – μια απειλή που, με λίγο πιο διπλωματική ομολογουμένως γλώσσα, εξαπέλυσε κατά της «απασφαλισμένης» Τουρκίας και η μαμά Αμερική διά του υπουργού Εξωτερικών της, του Τίλερσον. 
Κι όλα αυτά, την ώρα που οι Ρώσοι βλέπουν τη δική τους ειρηνευτική πρωτοβουλία, τον συνεχιζόμενο «διάλογο του Σότσι», να τορπιλίζεται απ’ όλες τις μεριές, και που ο Τραμπ κυριολεκτικά παρακαλάει για ένα θερμό πολεμικό επεισόδιο, οπουδήποτε στην υφήλιο, αρκεί να τραβήξει την προσοχή της αμερικανικής κοινής γνώμης μακριά από τις αδιάκοπες αποκαλύψεις για τα πρωτοφανή, ακόμη και για τα... υψηλά αμερικανικά προεδρικά στάνταρ, επίπεδα θράσους, μισαλλοδοξίας και γενικευμένης ανεπάρκειάς του.
Ποιος θα το ’λεγε, αλήθεια, ότι θα εκλεγόταν μια μέρα στις ΗΠΑ πρόεδρος ένας τύπος που θα έκανε τον Τζορτζ Μπους τζούνιορ να μοιάζει... εύστροφος και διπλωμάτης, τον Ρίτσαρντ Νίξον τίμιος και αδιάφθορος και τον Μπαράκ Ομπάμα ορκισμένος πασιφιστής!
Και η Ευρώπη; Τι κάνει η πλούσια και πολιτισμένη Ευρώπη για όλα αυτά; Με δεδομένο το τραμπικό «μπάχαλο» στην αμερικανική πολιτική εντός και εκτός συνόρων και τις καλπάζουσες αντιφάσεις που διαρρηγνύουν σε καθημερινή πλέον βάση τα στεγανά και ανατρέπουν τις ισορροπίες του διεθνούς συστήματος ισχύος, θα περίμενε κανείς από την Ενωση να πάρει σοβαρές πρωτοβουλίες και να διεκδικήσει επιτέλους έναν ηγετικότερο ρόλο στα παγκόσμια πράγματα.
Μάταια όμως: ούτε τα του οίκου της δεν μπορεί να συμμαζέψει. Οπως έγραψε πριν από λίγες μέρες σε ένα εξαιρετικό του άρθρο στη Monde ο κορυφαίος ίσως οικονομολόγος του καιρού μας, ο Γάλλος συγγραφέας του «Κεφαλαίου στον 21ο Αιώνα» Τομά Πικετί:
«[Η] κρίση του 2008, που οδήγησε στη μεγαλύτερη παγκόσμια ύφεση μετά την κρίση του 1929, ήταν προϊόν των όλο και πιο εμφανών αδυναμιών του αμερικανικού συστήματος: υπερβολική απελευθέρωση, έκρηξη των ανισοτήτων, υπερχρέωση των πιο φτωχών... Η άνοδος στην εξουσία του Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε ένα νέο μεγάλο ρήγμα στο αμερικανικό μοντέλο. Κι αυτό δίνει νέα ώθηση στις απαιτήσεις από την Ευρώπη, πολύ περισσότερο που τα εναλλακτικά μοντέλα (Κίνα, Ρωσία) δεν είναι ιδιαίτερα πειστικά».
Ο Πικετί δεν μασάει τα λόγια του: «Με δεδομένο ότι διαθέτει ένα πιο δίκαιο αναπτυξιακό μοντέλο, η Ευρώπη θα μπορούσε να αξιοποιήσει αυτή την ευκαιρία για να προωθήσει ένα καλύτερο σύστημα ελέγχου του παγκόσμιου καπιταλισμού. Ελλείψει όμως εμπιστοσύνης μεταξύ των μελών της, και καθώς ήταν δέσμια αυστηρών κανόνων, η Ε.Ε. προκάλεσε το 2011-2013 μια νέα ύφεση από την οποία προσπαθεί τώρα να βγει. Η Ευρώπη δεν θα καθησυχάσει τους πολίτες της λέγοντάς τους ότι η κατάσταση εδώ είναι καλύτερη απ’ ό,τι στις ΗΠΑ ή στη Βραζιλία. Οι ανισότητες ενισχύονται σε όλες τις χώρες λόγω ενός ισχυρού φορολογικού ανταγωνισμού προς όφελος των πιο ευέλικτων. Οι κίνδυνοι ενίσχυσης των λαϊκιστών και οι λογικές των αποδιοπομπαίων τράγων δεν θα αντιμετωπιστούν με επιτυχία, παρά μόνο αν προταθεί στα λαϊκά στρώματα και τις νέες γενιές μια πραγματική στρατηγική μείωσης των ανισοτήτων και επένδυσης στο μέλλον».
Και συνεχίζει: «Το ρήγμα Βορρά-Νότου έχει οξυνθεί στο εσωτερικό της ευρωζώνης και στηρίζεται σε αντιφατικές αφηγήσεις των γεγονότων. Στη Γερμανία και στη Γαλλία εξακολουθούν να πιστεύουν ότι βοήθησαν τους Ελληνες επειδή τους δάνεισαν με επιτόκιο μικρότερο από εκείνο με το οποίο θα δανείζονταν στις αγορές αλλά μεγαλύτερο από εκείνο με το οποίο δανείζονται οι ίδιες από τις ίδιες αγορές. Στην Ελλάδα, η αφήγηση είναι πολύ διαφορετική: βλέπουν κυρίως ένα πονηρό οικονομικό κέρδος. Στην πραγματικότητα, η πολιτική που επιβλήθηκε στη Νότια Ευρώπη, με δραματικές συνέπειες στην Καταλονία, είναι το άμεσο αποτέλεσμα ενός κοντόφθαλμου γαλλογερμανικού εγωισμού»...
«Οπως και με την Ελλάδα, οι κυρίαρχες οικονομικές δυνάμεις έχουν την τάση να θεωρούν φυσιολογικές τις ανισότητες: ξεκινούν από την αρχή ότι η αγορά και ο “ελεύθερος ανταγωνισμός” οδηγούν σε μια δικαιότερη κατανομή του πλούτου και θεωρούν ότι οι μεταφορές [κεφαλαίων] που γίνονται με βάση αυτή τη “φυσική ισορροπία” αποτελούν πράξη γενναιοδωρίας από την πλευρά των κερδισμένων του συστήματος. Στην πραγματικότητα, οι σχέσεις ιδιοκτησίας είναι πάντα σύνθετες, ιδιαίτερα στους κόλπους πολιτικών κοινοτήτων μεγάλου μεγέθους όπως η Ε.Ε., και δεν μπορεί να ρυθμιστούν μόνο με την αγορά. Ο μόνος τρόπος να βγούμε από αυτές τις αντιφάσεις είναι μια ευρεία πνευματική και πολιτική επανίδρυση, καθώς κι ένας πραγματικός εκδημοκρατισμός των ευρωπαϊκών θεσμών. Ας ελπίσουμε το 2018 να πορευτεί σε αυτή την κατεύθυνση», γράφει ο σπουδαίος αυτός Ευρωπαίος διανοητής.
Αλλά ποιος τον ακούει; Σίγουρα όχι οι διά του χρήματος ηγεμόνες Γερμανοί, που έχουν βαλθεί να αγοράσουν με τα εξωφρενικά τους πλεονάσματα όσα δεν κατάφεραν δύο φορές να κατακτήσουν με πολεμικά μέσα τον περασμένο αιώνα.
Αλλά ούτε και οι Γάλλοι συμπατριώτες του, αν κρίνουμε από την άγρια νεοφιλελεύθερη πολιτική που ακολουθεί ο κοφτερός τραπεζίτης - «πρόεδρος των πλουσίων», ο Μακρόν.
Αλλά και στην Ιταλία Σίλβιο και «Λέγκα», στην Ισπανία Ραχόι και ξερό ψωμί.
Οσο για την Ελλαδάρα μας, τέτοιες ιερόσυλες κουβέντες είναι πια απαγορευμένες, μετά το τριπλό αριστερόστροφο «τόλουπ» του 2015: διώχνουν, βλέπετε, τις σεπτές επενδύσεις και την Αγία Ανάπτυξη και μας απομακρύνουν από τους υψηλούς στόχους ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας μας το... μακρινό 2060, όταν -όπως θα έλεγε και ο παππούς Κέινς- «μακροπρόθεσμα, θα είμαστε όλοι νεκροί»!

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Η αριστεία ως πεμπτουσία του καπιταλισμού




της Κατέ Καζάντη

Η κουλτούρα της αριστείας είναι, πρωτίστως, κουλτούρα περιφρόνησης: των λιγότερο «άξιων», των από κάτω, εκείνων που βρίσκονται στα χαμηλά της πυραμίδας, εκείνων που τους έλαχαν χαρακτηριστικά που δεν αποδέχεται η κυριαρχία, εκείνων που η τυχαιότητα της καταγωγής τους τους έριξε σε λάθος οικογένεια, σε λάθος χώρα, σε λάθος φυλή. Κουλτούρα περιφρόνησης, εν τέλει, της ίδιας της ουσίας του ανθρώπινου όντος ως όντος με αδυναμίες τις οποίες, λόγω φύσης ή θέσης, τυγχάνει ανήμπορο να υπερβεί. Η κουλτούρα της αριστείας είναι επί της ουσίας απάνθρωπη: απαιτεί από τα ανθρώπινα όντα να φέρονται ως όντα μη πνευματικά, να φέρονται έξω και από τη φύση του ζώου ακόμα, να γίνονται άλογα κούρσας ή εκπαιδευμένα για καυγάδες σκυλιά.
Επενδύει στον ανταγωνισμό, επιβραβεύει όποιον επικρατεί αυτού. Και προωθεί, ταυτόχρονα, την κουλτούρα της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, της εκμετάλλευσης των λιγότερο αρίστων από τους άριστους. Προς τούτο είναι, επί πλέον, κουλτούρα βαθιά εξουσιαστική. Παραβλέπει, τεχνηέντως, την ταξικότητα της κοινωνίας. Εκλαμβάνει τις ταξικές αντιθέσεις ως αναπόδραστο φυσικό γεγονός, τις δε ανισότητες στις ευκαιρίες να εξελιχθεί, παντοιοτρόπως, ο άνθρωπος ως μη υπάρχουσες. Καθαγιάζει τις ελίτ και αναπαράγει τον εξουσιαστικό τους ρόλο. Είναι, ακόμα, κουλτούρα βαθύτατα αυταρχική: θεωρεί πως πρέπει, και προσπαθεί να επιβάλει, να κάνουν κουμάντο στην κοινωνία οι άριστοι διά της ανάθεσης από τους μη αρίστους, οι οποίοι και οφείλουν να αρκούνται σιωπηρά στο ρόλο εκείνου που αναθέτει.
Αλλά ποιος ορίζει τα κριτήρια της αριστείας; Και ποια είναι αυτά; Μην’ είναι η οξύνοια, κατά πως ορίζεται από τις αμερικάνικου τύπου μετρήσεις; Μην’ είναι η βαθύνοια, μην’ είναι η αγχίνοια ή μήπως η κοινωνική ευαισθησία;
Τίποτα από τα παραπάνω. Ακολουθώντας το δόγμα της «θεοδικίας των προνομίων», όπου τα προνόμια δίδει η θεία χάρη, είναι άρα αδιαμφισβήτητα, η θέαση του κόσμου, από τη μεριά των αρίστων, δεν περιλαμβάνει τους φτωχούς, εκείνους που τους ξέχασε ο θεός, άρα οφείλει να τους ξεχνά και η κοινωνία. Ούτε τους έχοντες όποιας μορφής αδυναμίες. Τι κι αν στις φαβέλες της Δύσης μπορεί να γεννηθεί ο πιο σοφός, ο πιο ταλαντούχος; Η δυνατότητα να εισέλθει στην τάξη των «αρίστων» είναι καταφανώς μηδαμινή, οι δε εξαιρέσεις, οι οποίες πλασάρονται ως κανόνας, παραμορφώνουν ό,τι συμβαίνει εν τοις πράγμασι.
Οι «άριστοι», οι «άξιοι», είναι sui generis κατασκευάσματα της αστικής τάξης. Είναι ο εσμός εκείνων που ανταποκρίνονται στα κριτήρια που θέτει η ίδια η κυρίαρχη τάξη ώστε να αναπαράγει την κυριαρχία της. Είναι οι προσοντούχοι, κάτοχοι των περγαμηνών από τα σχολεία που η ίδια κατασκευάζει ενώ ο «καλός κόσμος» -σε αντιδιαστολή με τον απλό- όπου εκεί διατρίβει δεν είναι παρά οι εκπρόσωποί της. Η δε μετάβαση του καθενός σ’ αυτόν τον κόσμο αποτελεί και την επιτομή της αριστείας.
Αλλά χωρίς πολιτικό πρόσημο, χωρίς ταξική μεροληψία, οι τίτλοι σπουδών δεν είναι παρά κύμβαλα αλαλάζοντα. Η μόρφωση ημιμόρφωση, παπαγαλισμός για γέλια, που χαρακτηρίζει τον συμμορφωμένο, αποτελεσματικό για τα συμφέροντα των από πάνω, δουλευταρά. Τα τιμαλφή της εκπαιδευτικής διαδικασίας δεν είναι παρά σκέτο κάρβουνο, η δε τεχνοκρατικού τύπου χρησιμότητα, η παραγωγικότητα, η υπεραπόδοση στα πλαίσια του καπιταλισμού, ανυψώνονται σε ανθρώπινες αυταξίες.
Η διάχυση, έτσι, της κουλτούρας της αριστείας γίνεται το πιο αποτελεσματικό, ίσως, μέσο για τη χειραγώγηση των μαζών. Διότι οι υποτελείς τάξεις εθίζονται στο θαυμασμό των ανακτόρων λησμονώντας πως ο ιστορικός τους ρόλος είναι η διαδικασία της ανατροπής τους.
Διότι η επικράτηση των ολίγων αρίστων, το κράτος των αρίστων, αντιδιαστέλλεται με το κράτος του δήμου, τη λαοκρατία, από αρχαιοτάτων χρόνων, κατά πώς λέει ο κυρίαρχος λαός. Η πολιτική στρέβλωση, με την επανανοηματοδότηση του όρου «αριστοκρατία», όπου το θετικό αντικαθιστά το αρχικό αρνητικό πρόσημο, ευνοεί μόνο τις αστικές ολιγαρχίες.
Τι κι αν τα τυπικά παραδείγματα των ημιμορφωμένων προσοντούχων, όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κακοποιούν τον Ρουσώ ή τον Αϊνστάιν; Τι κι αν ξεμπερδεύουν με το Μακεδονικό διπλώνοντας στραβά και ξεδιπλώνοντας τους χάρτες; Εφόσον η όλη Αριστερά στο δημόσιο λόγο εξακολουθεί να στέκει σχεδόν απολογητικά, και όχι επιθετικά, απέναντι στην ίδια την κουλτούρα της αριστείας, η κυριαρχία τους στο συλλογικό ασυνείδητο παραμένει.
«Να αγωνιστούμε για τις λέξεις, για τις σωστές λέξεις, από τις πιο σοφές (έννοια, διαλεκτική, αλλοτρίωση κ.ο.κ.) μέχρι τις πιο απλές (λαός, άνθρωπος, μάζες, ταξική πάλη)» έλεγε ο Αλτουσέρ. «Να αγωνιστούμε πάνω στις αποχρώσεις», στις λεπτές αποχρώσεις του λόγου, εκείνες που χαράσσουν τις διαχωριστικές γραμμές στην πολιτική κουλτούρα του ενός και του άλλου, αυτό είναι το χρέος του αριστερού. Και τούτη η θεωρητική πράξη –ακολουθώντας το συλλογισμό του Αλτουσέρ για τη θεωρία- παραμένει η πιο βαθιά πολιτική υπόθεση.
Αυτόν τον αγώνα, που επί της ουσίας ταυτίζεται με τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική ολοκλήρωση και ενάντια στην εμπέδωση των ανισοτήτων που αυτή προκαλεί, καλείται να δώσει η όλη αριστερά. Στέκοντας διαρκώς και μαχητικά απέναντι στις θεωρίες για τους υποτιθέμενους άριστους – άξιους και στις από αυτές εκπορευόμενες αξιολογήσεις –ανθρώπων, υπαλλήλων κ.ο.κ. Και δίνοντας, εν τέλει, πολιτικό και ταξικό χαρακτήρα στο κράτος που μελλοντικά θα διαμορφώσει, από τον λαό για τον λαό.

Πηγή: Ρωγμές

Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

Οι άνεμοι του σκοταδισμού




Νύχτα στο Παλαιό Φάληρο άγνωστοι κουκουλοφόροι έδεσαν με σχοινιά και κατεδάφισαν τον Phylax, το γλυπτό του Κωστή Γεωργίου που κοσμεί την ακτή. Δεν ήταν οι ισχυροί άνεμοι που «χτύπησαν» χθες τα ξημερώματα την Αττική και το γκρέμισαν, αλλά ανθρώπινα χέρια το καταδίκασαν, σημειώνει ο δήμαρχος Παλαιού Φαλήρου αναφερόμενος σε σχόλια Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ότι ενδεχομένως έπεσε από τους ανέμους (!). Κάνει, μάλιστα, λόγο για παρακράτος, ενώ ανέφερε ότι έχει ενδείξεις πως οι δράστες είναι χρυσαυγίτες. Πριν από την κατεδάφιση του γλυπτού είχαν προηγηθεί αντιδράσεις και εκδηλώσεις ακραίων θρησκευτικών και συντηρητικών κύκλων καθώς και ακροδεξιών, αφού κάποιοι θεώρησαν το γλυπτό ακόμη και... δαιμονικό. Ζήσαμε εικόνες Μεσαίωνα...
Δυστυχώς δεν είναι η πρώτη φορά που φασίστες, ακροδεξιοί, μέλη παραθρησκευτικών οργανώσεων, θρησκόληπτοι και κάθε φυράματος σκοταδιστές βάζουν στο στόχαστρό τους έργα τέχνης, θεατρικές παραστάσεις, βιβλία, ταινίες, γλυπτά. Η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Νίκου Καζαντζάκη "Ο τελευταίος πειρασμός" από τον Μάρτιν Σκορσέζε το 1988 είχε προκαλέσει κύμα βίαιων αντιδράσεων, με επεισόδια και διαδηλώσεις. Το βιβλίο του Μίμη Ανδρουλάκη "Μν" κάηκε δημοσίως τον Μάρτιο του 2000 σε συναθροίσεις "πιστών" στη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος είχε προπηλακιστεί και χαρακτηριζόταν "αντίχριστος".
Η αστυνομία τον Ιούνιο του 2007 κατάσχεσε έργο της σκηνοθέτιδας Εύας Στεφανή με τίτλο «Εθνικός Ύμνος» λίγο πριν ολοκληρωθεί έκθεση που πραγματοποιούνταν υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού. Λεπτομέρεια: Η εισβολή των αστυνομικών δυνάμεων στον χώρο έγινε ύστερα από καταγγελία του τότε βουλευτή του ΛΑΟΣ Άδωνι Γεωργιάδη, σήμερα αντιπροέδρου της Ν.Δ.
Ας μην ξεχνάμε τις εκδηλώσεις βίας έξω από το θέατρο Χυτήριο στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2012, όταν παρουσιαζόταν η παράσταση «Corpus Christi», ούτε τις διαμαρτυρίες και τα επεισόδια έξω από το θέατρο Αριστοτέλειον στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 2017 με στόχο τη διακοπή της παράστασης «Η ώρα του διαβόλου» - μεταφορά στο θέατρο του κειμένου του Φερνάντο Πεσόα.
Το χθεσινό επεισόδιο κατεδάφισης του γλυπτού Phylax είναι ακόμη μία πράξη βανδαλισμού, βαρβαρότητας και μια επιχείρηση φίμωσης της ελευθερίας της τέχνης. Φαινόμενο εξαιρετικά επικίνδυνο. Φέρνει πάλι στην επιφάνεια σκοταδιστικές αντιλήψεις και φασιστικές πρακτικές που ανήκουν στις πλέον σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας.
Δεν αρκεί η καταδίκη. Χρειάζεται επαγρύπνηση και να κάνουμε ό,τι μπορούμε για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων της ελεύθερης έκφρασης, της ελευθερίας του λόγου και της ελευθερίας της τέχνης. Οι σκοταδιστές του σήμερα είναι εξίσου επικίνδυνοι, ίσως και περισσότερο απ' αυτούς του παρελθόντος.

Πηγή: Αυγή

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Με επιμονή κερδίζονται οι αγώνες




Το 1972 είχε αποφασιστεί από την γαλλική κυβέρνηση η κατασκευή ενός αεροδρομίου στα περίχωρα της πόλης Νάντης. Κανείς τότε δε περίμενε πως με την απόφαση αυτή θα ξεκινούσε μία περίοδος αγώνων, καταλήψεων, διαδηλώσεων, συγκρούσεων αλλά κι εμπρησμών στα εργοτάξια των κατασκευαστικών που θα διαρκούσε πενήντα χρόνια!
Εδώ και πέντε δεκαετίες, στην ευρύτερη περιοχή της Νάντης συγκεντρώθηκαν κι ένωσαν τις δυνάμεις τους ντόπιοι αγρότες, χωρικοί, αστοί, φυσιολάτρες, συνδικαλιστές, πρόσφυγες, καταληψίες και διεθνείς ριζοσπάστες. Για τους κυβερνητικούς αξιωματικούς, η περιοχή αυτή χαρακτηρίστηκε ως «χαμένη από την δημοκρατία» αλλά από τους καταληψίες ονομάστηκε La ZAD (Zone À Défendre) “προστατευόμενη ζώνη”.
Το γαλλικό κράτος προσπάθησε πολλές φορές να εκκενώσει την περιοχή με τελευταία την «Επιχείρηση Καίσαρας» που σημειώθηκε το 2012 ενώ η πιο πρόσφατη κυβερνητική απειλή ακούστηκε το φθινόπωρο του 2016 από τον πρωθυπουργό Valls, ο οποίος έδωσε «Rendez Vous» τον Οκτώβριο για την εκδίωξη όλων όσων ζουν, εργάζονται, χτίζουν και καλλιεργούν στη ZAD.
Δεν ήταν μόνο η κατάληψη που ενοχλούσε το κράτος και τις εταιρίες. Ήταν η ιδέα που ξεπήδησε μέσα απ’ αυτήν την κινητοποίηση. Όλα αυτά τα χρόνια γεννήθηκε κι εδραιώθηκε ένα αυτόνομο κίνημα όπου ντόπιοι και καταληψίες οργανώθηκαν κι εφάρμοσαν ριζοσπαστικές ιδέες στην αξιοποίηση και καλλιέργεια της απαλλοτριωμένης γης.
Με πείσμα και πάθος ο αγώνας ολοκληρώθηκε το μεσημέρι της Τετάρτης 17 Ιανουαρίου 2018 με τη γαλλική κυβέρνηση να δηλώνει πως εγκαταλείπει την κατασκευή αεροδρομίου στην Notre-Dame-des-Landes (βρίσκοντας ως εναλλακτική λύση την επέκταση του ήδη υπάρχοντος αεροδρομίου της Νάντης και τον εκσυγχρονισμό του αεροδρομίου της Ρενς). Οι δηλώσεις που ακολούθησαν από διάφορα πολιτικά πρόσωπα ήταν πολυποίκιλες κι αντιφατικές αλλά σε όλες υπάρχει η παραδοχή της νίκης των κατοίκων της περιοχής. Το μόνο που απαιτεί πλέον η γαλλική κυβέρνηση είναι η απομάκρυνση των καταληψιών μέχρι την άνοιξη.
Η συγκεκριμένη ιστορική νίκη αποκτά μεγάλη αξία και στέλνει ένα ελπιδοφόρο μήνυμα προς όλες τις γωνιές του κόσμου που δοκιμάζονται και καταστρέφονται από τις πολυεθνικές. Η υποχώρηση της γαλλικής κυβέρνησης απέδειξε πως τελικά κερδίζονται οι αγώνες αρκεί να υπάρχει επιμονή, όραμα και φαντασία.
Μακάρι οι ζητωκραυγές της Νάντης να ακουστούν κάποια στιγμή και στις Σκουριές Χαλκιδικής αλλά και στα νησιά του Αιγαίου που κινδυνεύουν από τα "αιολικά πάρκα".

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr