Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Ξεθάβοντας φαντάσματα



Το περασμένο σαββατοκύριακο η Γερμανία βυθίστηκε στη δίνη της πρώτης της πολιτικής κρίσης μετά την λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Τις ίδιες μέρες που ναυαγούσαν οι συνομιλίες μεταξύ των κομμάτων για την δημιουργία κυβερνητικού συνασπισμού, κάποιοι εργάτες ξέθαψαν μία τεράστια μεταλλική σβάστικα που βρισκόταν κάτω από ένα γήπεδο ερασιτεχνικής ομάδας του Αμβούργου. Δεν είναι τυχαίο πως τα δύο αυτά γεγονότα συνέπεσαν στην ίδια χρονική στιγμή.
Σ’ όλα αυτά τα χρόνια της κρίσης γνωρίζαμε πως η Γερμανία θα ήταν η τελευταία χώρα που θα έμπαινε στο χορό. Για να μη συμβεί αυτό χρησιμοποιούσε κάποια στεγανά. Στο οικονομικό σκέλος, με πρόσφατες δηλώσεις του Ντάισενμπλουμ, οι τράπεζες (κυρίως οι γερμανικές) σώθηκαν με την κακή διαχείριση των εσόδων από τους Ευρωπαίους φορολογούμενους ενώ στο πολιτικό κομμάτι η γερμανίδα καγκελάριος εκφραζόταν ακροδεξιά μέσω των χωρών του Βίσεγκραντ (Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία, Ουγγαρία και με νέο μέλος την Αυστρία), μόνο που αυτό τελικά δεν άρεσε και τόσο στους Γερμανούς. Οι σαθρές ισορροπίες που είχαν στηθεί όλα αυτά τα χρόνια από το Βερολίνο άρχισαν να τραντάζονται μετά τα αποτελέσματα των γερμανικών εκλογών (κι ας πανηγύριζαν οι νεοφιλελεύθεροι για σαρωτική νίκη της Μέρκελ) και γκρεμίστηκαν μετά την αποτυχία συνεννόησης των κομμάτων.
Αυτή τη στιγμή η Γερμανία έχει δυο επιλογές, τη δημιουργία μιας κυβέρνησης μειοψηφίας ή την κήρυξη πρόωρων εκλογών. Μόνο που κι οι δυο επιλογές κρύβουν σοβαρούς κινδύνους.
Σε περίπτωση που αποφασιστεί μία κυβέρνηση μειοψηφίας μεταξύ CDU/SSU και Πρασίνων, τότε θα επανέλθουν στην επιφάνεια μνήμες από την αρρωστημένη δημοκρατία της Βαϊμάρης (διότι η Γερμανία δεν είναι Σουηδία ή Δανία). Από την άλλη όμως, αν τελικά οι Γερμανοί οδηγηθούν ξανά στις κάλπες, τότε τόσο οι Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ όσο κι οι Φιλελεύθεροι θα χρησιμοποιήσουν μία πιο ακροδεξιά ρητορική για να τραβήξουν ψήφους από το ακροδεξιό κόμμα “Εναλλακτική για την Γερμανία”. Και δυστυχώς αυτήν την ρητορική θα αναγκαστούν να την εφαρμόσουν μετά.
Όλα τα σενάρια είναι πιθανά αλλά το μόνο σίγουρο είναι πως το κεφάλαιο Μέρκελ τελείωσε κι η ακροδεξιά εδραιώνεται πλέον και στην Γερμανία.
Κλείνοντας θα θελα να αναφέρω πως η μεγάλη μεταλλική σβάστικα ήταν θαμμένη μόνο σαράντα εκατοστά κάτω από το χλοοτάπητα του γηπέδου. Κι ο νοών νοείτω.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

Πού σταματά ο εθισμός στην Ακροδεξιά;



του Στρατή Αγγελή

Υπάρχει άραγε στροφή της Ευρώπης στην Ακροδεξιά, ή μήπως η διαπίστωση αυτή έχει να κάνει με έναν εθισμό στον ρατσιστικό λόγο και στα συνθήματα του μίσους που δεν προκαλούν πλέον τόση εντύπωση όπως πριν από μια δεκαετία; Από τους ναζί με τα ξυρισμένα κεφάλια και τα χιτλερικά τατουάζ στα μπράτσα περάσαμε στους ναζί με τις γραβάτες και τα καλοραμμένα κοστούμια που σκεπάζουν προσωρινά(;) τα ναζιστικά σύμβολα, ενώ οι ίδιοι συνεχίζουν μάλλον ανενόχλητοι τη βρόμικη δουλειά υποσκάπτοντας τη δημοκρατία, τα εργασιακά δικαιώματα, τις προσπάθειες για συνύπαρξη λαών και θρησκειών. Πώς θα μπορούσε να σταματήσει η εξάπλωση του καρκινώματος; 
Τα σκεφτόμουν όλα αυτά προχθές όταν διάβασα ότι ο ομοσπονδιακός πρόεδρος της Αυστρίας Βαν ντερ Μπέλεν διεμήνυσε πως θα αρνηθεί να ορκίσει ως υπουργούς συγκεκριμένα ηγετικά στελέχη του ακροδεξιού Κόμματος των Ελευθέρων, εφόσον καρποφορήσουν οι διαπραγματεύσεις με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού. Ο Πράσινος Βαν ντερ Μπέλεν, που εξελέγη πέρυσι -με τη στήριξη του δημοκρατικού τόξου και έπειτα από ένα εκλογικό θρίλερ- απηύθυνε αυτή την προειδοποίηση μιλώντας σε επίσημο γεύμα στους πρεσβευτές των «27» στη Βιέννη, όπως έγραψε η εφημερίδα «Die Presse». Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, που δεν διαψεύσθηκε από την προεδρία, ο Βαν ντερ Μπέλεν είπε ότι αν το κρίνει αναγκαίο θα κάνει χρήση των συνταγματικών δικαιωμάτων του και θα τοποθετηθεί δημόσια. Με άλλα λόγια, ο πρόεδρος της Αυστρίας προειδοποίησε τον εντολοδόχο Σεμπάστιαν Κουρτς να μην παρατραβήξει το σκοινί στην προσπάθειά του να γίνει πρωθυπουργός και όπως σημείωσαν αναλυτές, παρενέβη για να μην αναλάβει η Ακροδεξιά τα υπουργεία Εσωτερικών και Εξωτερικών.
Υιοθετώντας εν μέρει την ατζέντα της Ακροδεξιάς και σε μεγάλο βαθμό τη ρητορική της, ο Κουρτς (πρωταγωνιστής του κλεισίματος του βαλκανικού διαδρόμου για τους πρόσφυγες όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών) κέρδισε τις εκλογές της 15ης Οκτωβρίου και διαπραγματεύεται με τον αρχηγό του Κόμματος των Ελευθέρων Χανς Κρίστιαν Στράχε. Ο αρχηγός της αυστριακής Ακροδεξιάς έσπευσε πρώτος να δείξει ότι έλαβε το μήνυμα, λέγοντας ότι έχει μια «καλή βάση συζήτησης» με τον Πρόεδρο της χώρας. Ο αρχηγός της Δεξιάς απλώς υπενθύμισε ότι μια κυβέρνηση συνεργασίας συγκροτείται από εταίρους.
Το επόμενο βράδυ περίπου δέκα χιλιάδες διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους της Βιέννης κρατώντας κεριά και φακούς, διαμαρτυρόμενοι για την επικείμενη είσοδο εξτρεμιστών της Άκρας Δεξιάς στην κυβέρνηση. Πριν από 17 χρόνια, όταν η Ακροδεξιά είχε μπει για πρώτη φορά στην κυβέρνηση της μεταπολεμικής Αυστρίας, οι διαδηλωτές ήταν περισσότεροι από εκατό χιλιάδες. Η διαφορά δεν είναι μόνο αριθμητική. Εν τω μεταξύ στη γειτονική Τσεχία οργανώνεται για τον επόμενο μήνα μια καινούργια ακροδεξιά μάζωξη. Σύμφωνα με τους οικοδεσπότες, το “παρών” θα δώσουν η Μαρίν Λεπέν από τη Γαλλία, ο Γκέερτ Βίλντερς από την Ολλανδία, ο Ματέο Σαλβίνι από την Ιταλία και αντιπροσωπεία του Κόμματος των Ελευθέρων από την Αυστρία. Η σύνθεση της αντιπροσωπείας ίσως εξαρτηθεί από τη σύνθεση της νέας αυστριακής κυβέρνησης.

Πηγή: Αυγή

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Γκράμσι και Οκτωβριανή Επανάσταση



του Γκoυίντο Λιγκουόρι
Μετάφραση: Γιώργης-Βύρων Δάβος

Εκατό χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση και ογδόντα μετά τον θάνατο του Αντόνιο Γκράμσι δεν θα ήταν ανώφελο να επιστρέψουμε στην ανάγνωση που έκανε το 1917 ο τότε 27χρονος Σαρδηνός σοσιαλιστής για τα γεγονότα που εκτυλίσσονταν στη Ρωσία, αλλά και να δούμε τι έχει απομείνει από εκείνη την ερμηνεία στο θεωρητικοπολιτικό του οπλοστάσιο την περίοδο της ωριμότητάς του. Η επανάσταση, υπό την καθοδήγηση του Λένιν, υπήρξε για τον νεαρό Γκράμσι, που είχε μετακομίσει τότε στο Τορίνο, ένα σημείο πολιτικής, θεωρητικής και υπαρξιακής καμπής, και στο εξής αρχίζει να ωριμάζει η σκέψη και η πορεία του ως κομμουνιστή. Για να κατανοήσουμε ποια ήταν η σχέση του Γκράμσι με την Οκτωβριανή Επανάσταση, θα πρέπει να πάρουμε ως σημείο εκκίνησής το αδιάσειστο γεγονός πως ο Γκράμσι πάντοτε υπήρξε, από τα χρόνια στο Τορίνο ίσαμε τα έργα της φυλακής, όχι μόνον ένας θεωρητικός της επανάστασης, αλλά ένας καθαυτό επαναστάτης.
Η πολιτική ως επανάσταση, στην περίπτωση του Γκράμσι, είναι πάλη για τον μετασχηματισμό του κόσμου. Αρχικά, στη ζωή του μελλοντικού κομμουνιστή ηγέτη, είναι πολιτική ως εξέγερση. Όπως ο ίδιος υπογραμμίζει, σε επιστολή προς τη γυναίκα του το 1924, εκείνο που τον έκανε να εξεγερθεί ενάντια στις κοινωνικές συνθήκες του καιρού του και της χώρας του ήταν κάποιες οδυνηρές προσωπικές εμπειρίες. Αφότου μετακόμισε στο Τορίνο, το 1911, και εντάχθηκε στο σοσιαλιστικό κίνημα, η αντίληψή του για τον μαρξισμό ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένη από τις φιλολογικές σπουδές του και συνόψιζε έναν υποκειμενικό, αντιντετερμινιστικό, αντιοικονομικό μαρξισμό, επηρεασμένο από τον νεοϊδεαλισμό και τον μπερξονισμό, μέσω της ερμηνείας του Σορέλ. Ένας πρωτότυπος μαρξισμός, ίσως αφελής σε κάποια σημεία, με κύριο άξονα την απόλυτη και ιδεαλιστική πρωτοκαθεδρία της βούλησης. Εκείνη την εποχή από τα γραπτά του, όπως για παράδειγμα το «Σοσιαλισμός και Κουλτούρα», δεν έλειπε μια αντιντετερμινιστική ματιά ακόμη και για την επαναστατική διαδικασία.
Ήδη από τα πρώτα του σχόλια για την «επανάσταση του Φλεβάρη», η «ρωσική επανάσταση» ήταν για τον Γκράμσι, μια προλεταριακή «πράξη». Ιδίως γιατί είχε παρακάμψει και «αγνοήσει τον γιακωβινισμό», δηλ. δεν είχε «αποδεχτεί να καταλάβει την πλειοψηφία διά της βίας». Μέχρι το 1921, ο Γκράμσι ήταν αποφασιστικά αντι-γιακωβίνος, αγνοώντας τις σχετικές αναφορές του Μαρξ και τον σαφή φιλογιακωβινισμό του Λένιν. Ήταν επηρεασμένος ακόμη από τα διδάγματα του Σορέλ, κατά τον οποίον ενυπήρχαν στοιχεία μιας απολυταρχικής συνέχειας ανάμεσα στον γιακωβινισμό και το ancien régime. Για τον Γκράμσι, «οι Ρώσοι επαναστάτες» δεν θέλησαν να αντικαταστήσουν τη δικτατορία με δικτατορία και θα είχαν, όπως υποστήριζε, εάν διεξάγονταν εκλογές, την υποστήριξη της πλειονότητας του «ρωσικού προλεταριάτου», εάν αυτό είχε τη δυνατότητα να εκφραστεί ελεύθερα και δεν υφίστατο την καταπίεση του τσαρικού μηχανισμού. Μια άποψη για την επαναστατική διαδικασία που, ορισμένως, δεν στερείται κάποιας αφέλειας.
Ένα άλλο δείγμα αφελούς ερμηνείας είναι εξάλλου κι η γκραμσιανή πεποίθηση πως η επανάσταση, που εκείνος την διαβάζει ιδεαλιστικά, είναι πρωτίστως ένα πνευματικό γεγονός, που θα προκαλούσε άμεσα μεταβολή ηθών και φύσεων, ακόμη και μεταξύ των «κακοποιών», οι οποίοι είναι έτοιμοι αυθορμήτως, μέσα από κάποια θαυματουργική επέμβαση, να προσηλυτιστούν στην επανάσταση και να αποτελέσουν ένα νέο παράδειγμα του καντιανού «απόλυτου ηθικού».
Μολαταύτα, κάποιους μήνες αργότερα, ο νεαρός σοσιαλιστής θα ξεκινήσει να αναλύει τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις του μεγάλου επαναστατικού γεγονότος που είχε κατορθώσει να βάλει στο αρχείο το τσαρικό καθεστώς, αλλά όχι και τον πόλεμο. Η προσοχή του Γκράμσι στρέφεται τότε προς την μπολσεβίκικη παράμετρο, την οποία θεωρεί ως τη δύναμη εκείνη που δεν επιθυμεί να εξαντληθεί η επανάσταση στο σοσιαλδημοκρατικό στάδιο, αλλά επιδιώκει το προχώρημά της μέχρι την επίτευξη μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Ο μαρξισμός των μπολσεβίκων ήταν «κατασκευασμένος» από τον Γκράμσι κατ’ εικόνα και ομοίωση των προσωπικών του αντιλήψεων για έναν μαρξισμό απαλλαγμένο από κάθε ίχνος θετικισμού. Γι’ ακόμη μια φορά, για τον μεγάλο στοχαστή, θριαμβεύει η βούληση. Μια ανάγνωση επίκαιρη και σήμερα: οι νόμοι της οικονομίας και της αγοράς, που σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία θεωρούνται αντικειμενικοί και μπορούν να γίνουν κατανοητοί και να «δαμαστούν», είναι προϊόν του ανθρώπου και απ’ αυτόν μόνον μπορούν να ανακληθούν.
Τα επόμενα χρόνια ο Γκράμσι θα βιώσει δύσκολες και κρίσιμες εμπειρίες. Εν πρώτοις, η «κόκκινη διετία» 1919-20, όταν ανάγεται στον κυριότερο εκπρόσωπο της ευρωπαϊκής συμβιβαστικής σκέψης, αναλαμβάνοντας στην ουσία την ηγεσία του κινήματος των Συμβουλίων στα εργοστάσια του Τορίνου και αναπτύσσοντας μια πρωτότυπη σύλληψη για την αυτοδιακυβέρνηση της εργατικής τάξης, αρκετά διαφορετική από εκείνη των ρωσικών Σοβιέτ. Τα Συμβούλια του Γκράμσι, περισσότερο από τα Σοβιέτ, ριζώνουν βαθιά και άμεσα στη σύνθεση του παραγωγικού κόσμου, στο εργοστάσιο και από εκεί εκτείνονται στην υπόλοιπη κοινωνία – πάντοτε όμως ακολουθώντας την οργάνωση και τη δομή της εργασίας και των εργατών.
Είναι η περίοδος που ο Γκράμσι επιζητεί συγκεκριμένα να συνθέσει τις έννοιες του citoyen(πολίτη) και του bourgeois (αστού) (όπως θα έλεγε και ο Μαρξ στο «Εβραϊκό Ζήτημα») και να γεφυρώσει το ρήγμα ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και την πολιτική κοινωνία, αναθέτοντας στο Συμβούλιο τον ρόλο, αφενός της συλλογικότητας στην οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση της παραγωγής και αφετέρου του βασικού πυρήνα του προλεταριακού και σοσιαλιστικού κράτους.
Η αποτυχία του εργατικού κινήματος στο Τορίνο βοήθησε τον Γκράμσι να καταλάβει καλύτερα την πολυπλοκότητα και την ποικιλία της ιταλικής κοινωνίας, ιδίως του πιο «δυτικού» Τορίνου, με τη μαζικοποιημένη βιομηχανική κοινωνία, με μεγάλες συγκεντρώσεις εργατών, εξομοιωμένων στη νοοτροπία, τα συμφέροντα και την πειθαρχία. Αλλά συνάμα του αποκάλυψε και τα όρια του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, που μόνον κατ’ όνομα ήταν επαναστατικό, αλλά στην ουσία βραδυκίνητο, διαιρεμένο και συγκεχυμένο στις ιδέες του.
Περνώντας μέσα από τα αλγεινά τούτα βιώματα, έως τη σύλληψή του το 1926, ο Γκράμσι αναστοχάστηκε και μετέβαλε ριζικά τις νεανικές του θεωρητικές αποσκευές. Στην φυλακή, ο Γκράμσι έστρεψε το ενδιαφέρον του στις μορφολογικές διαφορές ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, και κατ’ επέκταση στη διάκριση ανάμεσα στον τακτικό πόλεμο κινήσεων και τον πόλεμο θέσεων. Και έφτασε συνάμα στο συμπέρασμα πως η Ρωσική Επανάσταση είναι η τελευταία επανάσταση με χαρακτηριστικά 19ου αιώνα, είναι η στερνή επανάσταση-εξέγερση, τουλάχιστον στην Ευρώπη και στον προηγμένο Κόσμο. Φαίνεται πως είχε τότε κατανοήσει πως επιτελείται μια μεταβολή στις τακτικές του πολέμου: από πόλεμο κινήσεων που οδήγησαν στον θρίαμβο του 1917, σε πόλεμο θέσεων, που είναι η μόνη εφικτή τακτική στη δυτική κοινωνία. Στην μεν Ανατολή, το κράτος είναι το παν κι η κοινωνία των πολιτών είναι πρωτόγονη και ρευστή. Στη Δύση, όμως η μοντέρνα δομή της κοινωνίας των μαζών, η διαπερατότητα μεταξύ κράτους και κοινωνίας των πολιτών και η σημασία των μηχανισμών διαμόρφωσης της συναίνεσης είναι παράγοντες που οδηγούν τον Γκράμσι να επαναστατικοποιήσει βαθιά την έννοια της επανάστασης, όχι μόνο σε σχέση με την υποκειμενική και ιδεαλιστική ιδέα που είχε γι’ αυτήν στη νεότητά του, αλλά και σε σχέση με την κλασική σχολή της στερεότυπης μαρξιστικής και λενινιστικής παράδοσης. Πλέον, η βούληση, είτε ως επαναστατική, είτε ως συλλογική βούληση, καίτοι δεν εγκαταλείπεται, αποτελεί πλέον τμήμα της ανάγκης για κατανόηση του νέου πεδίου στο οποίο καλείται να εφαρμοστεί κι αποτελεί τον φορέα εκείνου που ο Γκράμσι αποτελεί «διανοητική και ηθική μεταρρύθμιση», χωρίς ωστόσο να χάνει την ταξική της αγκύρωση και την καρδιά της μέσα στον οικονομικό κόσμο και τις κοινωνικές σχέσεις.
Είναι μια σύλληψη που, φέρνοντας στο προσκήνιο την αποφασιστική σημασία της συναίνεσης, της πολιτιστικής εξέλιξης, της διάχυτης κοινής λογικής, της «διανοητικής προόδου των μαζών», θέτει τις βάσεις για μια δημοκρατική πολιτική πάλη, συμβατή προς τη στρατηγική για την κατάκτηση της ηγεμονίας.

*Ο Γκουΐντο Λιγκουόρι διδάσκει Ιστορία της Πολιτικής Σκέψης στο Πανεπιστήμιο της Καλαβρίας και είναι πρόεδρος της International Gramsci Society Italia

Πηγή: Ενθέματα

Τρίτη, 21 Νοεμβρίου 2017

Ευρωπαϊκά εγκλήματα του λευκού κολάρου



του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Στην εγκληματολογία, ως «εγκλήματα του λευκού κολάρου» ορίστηκαν πράξεις της οικονομικής και επιχειρηματικής ελίτ ή υψηλόβαθμων στελεχών επιχειρηματικών ομίλων, αλλά και της δημόσιας διοίκησης, οι οποίες ενώ έχουν συνέπειες σε βάρος της ιδιωτικής ή δημόσιας περιουσίας πολύ πιο βλαπτικές από την κοινή κλοπή, δεν αντιμετωπίζονταν ως εγκλήματα από την ποινική νομοθεσία. Γιατί -πολύ απλά- η πολιτική επιρροή που ασκούσε η οικονομική ελίτ στις κρατικές αρχές τής εξασφάλιζε ποινική ασυλία.
Έτσι, ενώ η κλοπή ακόμη και μιας φραντζόλας ψωμί (βλέπε Γιάννη Αγιάννη) τιμωρείται αυστηρά εδώ και χιλιετίες, η οικονομική απάτη, η φοροδιαφυγή και φοροαποφυγή, η κατάχρηση εξουσίας ή δεσπόζουσας θέσης μέχρι πριν μερικές δεκαετίες ήταν αδικήματα άγνωστα στην ποινική νομοθεσία ή, στην καλύτερη περίπτωση, τιμωρούνταν με διοικητικά πρόστιμα και εξαγοράσιμες ποινές. Ακόμη και σήμερα, ενώ τα περίφημα Panama Papers και Paradise Papers αποκαλύπτουν ένα εγκληματικό, κυριολεκτικά αιματηρό, πλιάτσικο εις βάρος της ανθρωπότητας, στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έγκλημα προς τιμωρία. Διότι οι πολιτικές ηγεσίες έχουν φροντίσει να δημιουργήσουν θερμοκήπια ασυλίας για τους «καλλιτέχνες» της φοροαποφυγής. Ο μόνος λόγος για τον οποίο η ασυλία ενδέχεται να περιοριστεί στο μέλλον είναι ότι ο ανταγωνισμός της νόμιμης φοροαποφυγής προκαλεί φυγή κεφαλαίων και απώλεια εσόδων σε μερικές πλούσιες χώρες.
Η πιο εκφραστική συμπύκνωση της ταξικής τύφλωσης της Δικαιοσύνης απέναντι στο κοινό και στο ατιμώρητο έγκλημα είναι η περίφημη φράση του Μπρεχτ στην «Όπερα της πεντάρας»: «Τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ίδρυση μιας τράπεζας;». Ή, τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας μπροστά στην ανακεφαλαιοποίησή της με χρήματα των φορολογουμένων, θα μπορούσαμε να παραφράσουμε για επικαιροποίηση. Πριν δέκα μέρες, ο απερχόμενος πρόεδρος του Eurogroup Γερούν Ντάισελμπλουμ ομολόγησε κυνικά ένα έγκλημα, δηλώνοντας στο Ευρωκοινοβούλιο ότι χρησιμοποιήθηκαν πολλά χρήματα των φορολογουμένων με λάθος τρόπο για να σωθούν οι τράπεζες και ο κόσμος είχε δίκιο που το επέκρινε. Είναι εύκολο να ομολογείς ένα έγκλημα όταν ξέρεις ότι η ομολογία σου δεν έχει συνέπειες. Διότι nullum crimen, nulla poena sine lege (=κανένα έγκλημα, καμιά ποινή χωρίς νόμο). Και οι αρχιτέκτονες της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης έχουν προνοήσει να μην υπάρχει κανένα σχετικό ρίσκο. Είτε γιατί δεν είναι πουθενά γραμμένο στις ευρωπαϊκές Συνθήκες πως οι καταστροφικές αποφάσεις τους συνιστούν αδίκημα. Είτε γιατί αυτοί που διέπραξαν το αδίκημα απλώς δεν έχουν υπόσταση στον εικονικό κόσμο της Ε.Ε., όπως το «άτυπο» κατά τις Συνθήκες Eurogroup.
Αν αυτό ακούγεται -και είναι- εξοργιστικό ως ομολογούμενο αλλά μη τιμωρήσιμο έγκλημα, ακόμη πιο εξοργιστική είναι η έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου που δημοσιοποιήθηκε προ ημερών για την παταγώδη αποτυχία των Μνημονίων, τα σκανδαλώδη νομικά κενά εντός των οποίων κινήθηκε η Κομισιόν και τον ακόμη πιο σκανδαλώδη απολογισμό των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων των τριών Μνημονίων που -κατά το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο- έχουν φορτώσει την ελληνική κοινωνία με χρέος 45 δισ. ευρώ. Από τα οποία θα ανακτηθούν το πολύ 9 δισ., ενώ το Δημόσιο, εκτός από τη ζημία του, έχει παραιτηθεί με ύποπτο τρόπο από τον διοικητικό έλεγχο των τραπεζών, αν και ήταν ολοκληρωτικά κρατικοποιημένες.
Η ειδική έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι μια εκνευριστικά νηφάλια, τεχνοκρατική περιγραφή μιας οικονομικής και κοινωνικής δολοφονίας. Όλα όσα καταγγέλλονταν από το 2010 από τις πάλαι ποτέ αντιμνημονιακές δυνάμεις για την εξωθεσμική λειτουργία της τρόικας, για την έλλειψη νομιμότητας στη δράση της Κομισιόν εντός της τρόικας, για την παταγώδη αστοχία των μακροοικονομικών προβλέψεων, για τη χειραγώγηση των δημοσιονομικών στόχων, περιγράφονται στην έκθεση με την «τρυφερή» γλώσσα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας. Η Κομισιόν, που είναι η ελεγχόμενη του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου, απαντά και στις 11 συστάσεις της έκθεσης με την επωδό: «Η Επιτροπή αποδέχεται τη σύσταση». Κατά το «αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστιν αμαρτία».
Δεν είναι πρώτη φορά στη μνημονιακή μας θητεία που ομολογείται ένα πολιτικό έγκλημα λευκού κολάρου, με τη βεβαιότητα ότι δεν είναι αξιόποινο. Συνέβη και το 2013, με τους «λάθος» δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές που αποκάλυψε ο Μπλανσάρ του ΔΝΤ, με τους οποίους ξέφυγαν καμιά δεκαριά ποσοστιαίες μονάδες ύφεσης, λες κι ήταν στραγάλια. Τότε η Κομισιόν απαντούσε ότι οι σχετικές εκτιμήσεις είναι «περιορισμένης σημασίας και χρηστικότητας για την Ελλάδα». Τώρα, ένα άλλο θεσμικό όργανο επιβεβαιώνει το έγκλημα, δείχνει και τον αυτουργό, αλλά η υπόθεση κλείνει με απλές συστάσεις που με γενναιοφροσύνη γίνονται «αποδεκτές».
Γιατί όλη αυτή η έκρηξη ειλικρίνειας από τους Ευρωπαίους εγκληματίες του λευκού κολάρου; Γιατί το 2012, το 2013, το 2014 η οργή των θυμάτων τους ήταν απρόβλεπτη, επικίνδυνη. Τώρα τα θύματα φαίνονται ακίνδυνα, παράδοξα εξοικειωμένα με τα εγκλήματα, σχεδόν σε καταστολή.

Πηγή: Αυγή

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Αριστουργήματα του παρελθόντος: Η Έκλειψη (1962)


Με την Έκλειψη ολοκλήρωσα την περίφημη τριλογία της αποξένωσης του Μικελάντζελο Αντονιόνι (οι άλλες δυο ταινίες είναι η Νύχτα και η Περιπέτεια) και μπορώ πλέον να πω με σιγουριά πως ο σπουδαίος Ιταλός δημιουργός είχε αντιληφθεί από εκείνα τα χρόνια την καταστροφική πορεία που είχαν πάρει οι ανθρώπινες σχέσεις, καθώς εισχωρούσαν όλο και πιο βαθιά σε ένα κόσμο ανταγωνισμού, τζίρου κι εγωιστικής έξαρσης. Οι πρόσκαιροι προβληματισμοί του έγιναν διαχρονικοί με την πάροδο των δεκαετιών, καθώς κανένα από τα ερωτήματά του δεν έχει απαντηθεί μέχρι σήμερα. 
Η ιστορία μας ταξιδεύει στα προάστια της Ρώμης. Στα πρώτα λεπτά της ταινίας ζούμε το βασανιστικό πέρασμα του χρόνου καθώς ένα ζευγάρι αποδέχεται το τέλος της σχέσης του. Η νεαρή και γοητευτική σύντροφος προσπαθεί να δώσει ένα φινάλε στην ιστορία αλλά υπάρχει ένας δισταγμός που την δυσκολεύει να φύγει από το σπίτι. Χωρίς λόγο αποκτά ένα μελοδραματικό ύφος το οποίο δεν εξυπηρετεί την ίδια, καθώς δε ξέρει τι από τα δυο να επιλέξει, την ανασφάλεια και τον φόβο της μοναξιάς ή τη μιζέρια της στασιμότητας και την έλλειψη επικοινωνίας με τον σύντροφό της. 
Μετά τον χωρισμό, η ίδια αναζητάει παρηγοριά στις φίλες της αλλά και στην μητέρα της, η οποία ξοδεύει όλο της τον χρόνο και την περιουσία στον τζόγο του χρηματιστηρίου. Έτσι από τους έρημους δρόμους των προαστίων της Ρώμης περνάμε στην πολύβουη αρένα του χρηματιστηρίου. Η αδιαφορία της μάνας θα κάνει την πρωταγωνίστρια περισσότερο ευάλωτη. Μέσα στην πολυκοσμία θα γνωρίσει έναν νεαρό χρηματιστή. Ο ναρκισσισμός του θα την γοητεύσει και θα τον βρει ως στήριγμα στην αντιμετώπιση της μοναξιάς. Όταν όμως έρθει η στιγμή της ωρίμανσης, τα δύο πρόσωπα θα διστάσουν απέναντι στο δίλημμα μιας χρόνιας στασιμότητας ή μιας πρόσκαιρης αλλά πολυπόθητης ελευθερίας. 


Θα μπορούσαμε να πούμε πως η Έκλειψη είναι η συνέχεια της Νύχτας. Η μία ταινία τελειώνει με έναν χωρισμό κι η άλλη ξεκινάει μ' αυτόν. Στη Νύχτα, το ένα ζευγάρι πνίγεται σε μία συντροφική μοναξιά ενώ στην Έκλειψη βιώνουμε την κραυγή της ατομικής μοναξιάς. 
Η μοναξιά δηλώνεται με τους άδειους δρόμους της Αιώνιας Πόλης. Η ηρωίδα περιφέρεται άσκοπα, προσπαθώντας να καλύψει το κενό που της άφησε η προηγούμενη σχέση. Επιχειρεί μάλιστα να αναζητήσει τη σωτηρία της αλλού και γι' αυτόν τον λόγο δέχεται να πετάξει με μία φίλη της μέχρι την Βερόνα (εντυπωσιακό το πλάνο της μεγάλης πλατείας της πόλης με την εντυπωσιακή της αρένα). Η εσωτερική της κενότητα δημιουργεί μία νέκρωση όχι μόνο συναισθηματική αλλά και πνευματική, αφήνοντας σημάδια μίας επερχόμενης κρίσης πανικού. Μη ξεχνάμε πως ο επόμενος ρόλος της Μόνικα Βίτι ήταν στο αριστούργημα Κόκκινη Έρημος. Μ' αυτόν τον υπέροχο κι έξυπνο τρόπο συνδέονται οι εκπληκτικές ταινίες του Μικελάντζελο Αντονιόνι.
Τι είναι αυτό όμως που προκαλεί την αποστροφή των πρωταγωνιστών απέναντι στην ωρίμανση και την υπευθυνότητα; Στην αρχή της ταινίας απορούμε με την ηρωίδα που αποφασίζει να χωρίσει έναν άνδρα με αριστοκρατική παιδεία, ευγενικούς τρόπους κι αυθεντική γοητεία. Φυσικά ο ίδιος στην πορεία τσαλακώνει την αξιοπρέπειά του, αλλά δικαιολογείται από τη στιγμή που χάνει μία σύντροφο σαν την Μόνικα Βίτι. Ο σκηνοθέτης δεν μας δίνει κανένα επιπλέον στοιχείο πάνω στον χωρισμό του ζευγαριού. Οι απορίες του συντρόφου προσκρούουν στα αινιγματικά "δεν ξέρω" της γυναικείας φύσης. 
Στη συνέχεια, η ηρωίδα αποφασίζει να ενδώσει στο φλερτ του νεαρού χρηματιστή. Κι ενώ περιμένουμε να ζήσουμε ένα κινηματογραφικό ειδύλλιο δύο πολύ όμορφων προσώπων (της Μόνικα Βίτι και του Αλέν Ντελόν), τελικά παρακολουθούμε μία κραυγή αποξένωσης, ανειλικρίνειας και σιωπής. Τα πρόσωπα αναζητούν ένα σωσίβιο στα αδιέξοδά τους χωρίς να θέλουν να καταλάβουν πως το πρόβλημα είναι οι ίδιοι. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αλλάζουν ερωτικούς συντρόφους, σπίτια και πόλεις αλλά τελικά οι μέρες τους να παραμένουν το ίδιο θλιβερές κι άδειες. 
Τελικά τι είναι αυτό που αποζητά η ηρωίδα και για ποιο λόγο εγκλωβίζεται στα αδιέξοδά της; Η απάντηση δίνεται πλαγίως στην εξέλιξη της ιστορίας όταν μαθαίνουμε το παρελθόν της. Η απώλεια του πατέρα της όταν ήταν η ίδια μικρή κι η αδιαφορία της μάνας της, την μετέτρεψαν σε έναν άνθρωπο χωρίς στοργή και συναισθήματα. 



Η επιτυχία της συγκεκριμένης ταινίας βασίζεται πέρα απ' όλα τα άλλα στο ότι ο Μικελάντζελο Αντονιόνι συμπεριέλαβε στο καστ δυο από τους ομορφότερους ανθρώπους εκείνης της εποχής και κατάφερε να γυρίσει μία άκρως αντιερωτική ιστορία, ενώ την ίδια στιγμή παρουσίαζε μία αξεπέραστη συλλογή συναισθηματικών εκφράσεων από τους πρωταγωνιστές του. Η μαεστρία του αυτή που την θαυμάσαμε και στις άλλες του ταινίες, αποδεικνύει τους λόγους για τους οποίους κέρδισε την κινηματογραφική αθανασία. 
Παράλληλα ο σκηνοθέτης παίζει υπέροχα με τον ήχο και την σιωπή. Από τις βουβές στιγμές που κρύβουν ουσιώδεις κραυγές, μας μεταφέρει στο θορυβώδες χρηματιστήριο και στο μποτιλιάρισμα των δρόμων που καλύπτουν την κενότητα των στιγμών. Μου άρεσε πολύ το νυχτερινό πλάνο με την ηρωίδα να μαγεύεται από τον ήχο των παλλόμενων από τον άνεμο κονταριών σε μία άδεια κι άγνωστη πλατεία της Ρώμης.
Η απογείωση όμως της ταινίας είναι τα τελευταία επτά λεπτά που γεμίζουν αστικές εικόνες, σιωπηλές συναθροίσεις ανθρώπων στα μέσα μαζικής μεταφοράς, από το ψυχρό κλίμα των άδειων δρόμων και τον αόρατο αλλά μόνιμο κίνδυνο ενός πυρηνικού ολοκαυτώματος, από τις οικοδομήσεις πάνω σε σαθρό έδαφος και μία φωτισμένη γωνία που περιμένει ένα σημαντικό ραντεβού. Ένα από τα εντυπωσιακότερα και πιο λυρικά φινάλε που έχω απολαύσει στον κινηματογράφο.
Γι' αυτό τον λόγο επέλεξα να κλείσω την ανάρτησή μου με ένα απόφθεγμα του Μικελάντζελο Αντονιόνι για τη συγκεκριμένη ταινία. Ο επονομαζόμενος προφήτης της αλλοτρίωσης και της ασυνεννοησίας είχε πει τότε πως «οι βιομηχανίες έχουν γδύσει τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου και σε λίγο θα του αφαιρέσουν κάθε συναίσθημα που θα γίνει είδος υπό εξαφάνιση».
Πόσο δίκιο είχε.

Βαθμολογία: 8/10

Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

Δυο φωτογραφίες



της Κυριακής Μπεϊόγλου

Μια από τις μέρες της μεγάλης βροχής, τις μέρες της μεγάλης οδύνης για όσα τραγικά συνέβησαν, κυκλοφόρησε μια φωτογραφία που νομίζω πως δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Η φωτογραφία ενός άνδρα που είχε προστατευμένα στην αγκαλιά του δυο κουτάβια.
Ενα σκυλάκι κι ένα γατάκι μέσα στο μαύρο μπουφάν του. Βρεγμένα και τρομαγμένα. Αγκαλιασμένα μέσα στην ίδια αγκαλιά. Μέσα στα χέρια του. Πίσω του, το καφέ της λάσπης, το γκρίζο του ουρανού, το θλιβερό τοπίο της καταστροφής. Μα να, που μέσα στα στενάχωρα συναισθήματα μπήκε σε πρώτο πλάνο η ελπίδα. Ενας άνθρωπος, ίσως κι άλλοι, νοιάστηκαν και για τα ζώα.
Νοιάστηκαν για τα πλάσματα που μόνα κι αβοήθητα επιβίωσαν από τη μεγάλη καταστροφή. Η φωτογραφία κυκλοφόρησε παντού κι έγινε εκείνη τη δύσκολη μέρα ένα σημείο αναφοράς. Μια συμβολική πράξη όταν άρχισαν οι κρίσεις και οι επικρίσεις. Ηρέμησε τα πνεύματα αυτή η αγκαλιά του ανθρώπου με τα ζώα.
Την επόμενη μέρα, μια άλλη φωτογραφία ήρθε και πάλι να καθαρίσει το τοπίο των διαφωνιών και των αντεγκλήσεων. Αυτή τη φορά όχι για τη μεγάλη καταστροφή στη Δυτική Αττική, αλλά για την 44η επέτειο του Πολυτεχνείου. Ποιοι έχουν δικαίωμα να το γιορτάζουν και ποιοι όχι; Τι έκαναν όσοι από αυτούς ήταν μέσα και τι δεν έκαναν;
Διαφωνίες και λογομαχίες στα μέσα κοινωνική δικτύωσης. Και ξαφνικά: Μια φωτογραφία του Μανώλη Γλέζου. Στον προαύλιο χώρο του Πολυτεχνείου, κάτω από τη δυνατή βροχή και τον βαρύ ουρανό. Με σηκωμένη τη γροθιά. Μόνος.
Απέδωσε στους νεκρούς τον δικό του φόρο τιμής. Σχεδόν εκατό χρόνων, ένα πλάσμα μυθικό. Ηταν η δεύτερη φωτογραφία που μας ένωσε. Μας έκλεισε μέσα στη δυνατή γροθιά του όλους. «Εδώ είμαστε, μαζί σας, δεν ξεχάσαμε, δεν ξεχνούμε». Κι ας έχουμε για λίγο αφεθεί μέσα στην παραζάλη του καιρού, ας έχουμε πιαστεί προσωρινά στο δίχτυ της απογοήτευσης.
Δυο φωτογραφίες που μας έκαναν να σιωπήσουμε και να ενωθούμε για λίγο. Να δούμε τον κόσμο γύρω μας. Μέσα στα χέρια του ανθρώπου που προστάτεψε τα μικρά ζώα, μέσα στη γροθιά του Μανώλη Γλέζου, κρύβονται τα καλύτερα μας αισθήματα. «Της ψυχής μας το ακριβότερο υλικό».
Η αλληλεγγύη και η ελευθερία. Δεν ξέρω πώς μπορούν να μας ενώσουν οι δύσκολοι καιροί για να αλλάξουμε ότι είναι καιρός να αλλάξει. Ισως χρειάζεται απλά μια απόφαση σαν την «Απόφαση» του Μπέρτολτ Μπρεχτ: Χρειάζονται πολλά, τον κόσμο για ν’ αλλάξεις. Οργή κι επιμονή.
Γνώση κι αγανάκτηση. Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά. Ψυχρή υπομονή κι ατέλειωτη καρτερία. Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου. Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την πραγματικότητα να αλλάξουμε.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Η φύση σε ρόλο γκρεμιστή και χτίστη



Μετά από κάθε φυσική καταστροφή επαναλαμβάνουμε τη γνώριμη πλέον φράση «κάθε χρόνο τα ίδια». Ποτέ όμως δεν έχουμε αναλογιστεί τα αίτια των συνεχιζόμενων καταστροφών κι έτσι μετά από διάφορα ακραία καιρικά φαινόμενα, μετράμε υλικές ζημιές κι ενίοτε θανάτους.
Αυτό που μ’ εξοργίζει συνήθως σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές είναι η ηλιθιωδώς ευθυνόφοβη στάση που κρατούν αρκετοί λέγοντας πως «η φύση εκδικείται». Η φύση δεν έχει ανθρώπινη υπόσταση οπότε δεν είναι εκδικητική. Απλά εμείς έχουμε ξεχάσει να συνυπάρχουμε αρμονικά μαζί της. Κάποιοι πιο σοβαροί παρατηρητές συνήθως αναφέρονται στην έλλειψη αντιπλημμυρικών μέτρων κατά την υλοποίηση δημοσίων έργων αλλά κι ιδιωτικών πρωτοβουλιών. Κι ενώ πάντα θίγεται αυτό το λάθος, ποτέ δεν διορθώνεται σε νεώτερες κατασκευές.
Ακούγοντας ραδιοφωνικά την καταστροφή της Μάνδρας Αττικής, έπεσα πάνω σε δηλώσεις του ομότιμου καθηγητή Γεωλογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δημήτρη Παπανικολάου, ο οποίος ανέφερε πως την συγκεκριμένη περιοχή την είχε επιλέξει ως παράδειγμα σε μεταπτυχιακούς φοιτητές του, για να τους επισημάνει τις καταστροφικές επεμβάσεις σε ένα τοπίο. Μάλιστα την είχε επιλέξει ως περιοχή επικίνδυνη για πλημμύρες. Οπότε για κάποιους, η καταστροφή αυτή ήταν αναμενόμενη, κάτι που αποδεικνύει πως τίποτα δεν ήταν τυχαίο.
Ο ίδιος εξήγησε απλά και κατανοητά πως η παλιά εθνική οδός Αθηνών-Πατρών και κάποια στρέμματα που δόθηκαν από το δήμο για να χρησιμοποιηθούν ως χώροι αμαξοστασίων και σούπερ μάρκετ, στάθηκαν αφορμή να μπαζωθεί αλλά και να εμποδιστεί για πεντακόσια μέτρα, ένας χείμαρρος που δημιουργούταν από μικρά ρυάκια της ευρύτερης περιοχής. Αυτά τα πεντακόσια μέτρα μπαζώματος αρκούσαν για να γίνει η πρωτοφανής καταστροφή που παρακολουθήσαμε από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες.
Αμέσως σκέφτηκα τις δικές μας επεμβάσεις στο νησί. Η Χίος μπορεί να μη φημίζεται για ποτάμια αλλά το ιστορικό της σε πλημμύρες είναι πλούσιο. Πέρα λοιπόν από το αντιαισθητικό κομμάτι των μπαζωμάτων, έχει αποδειχθεί πολλές φορές πως η επιλογή αυτή κρύβει αρκετούς κινδύνους.
Καλό είναι λοιπόν να αρχίσουμε να βλέπουμε τα πράγματα λίγο αλλιώς. Κι ας ξεκινήσουμε με το σκεπτικό πως η φύση δεν εκδικείται. Η φύση λειτουργεί ως γκρεμιστής αλλά κι ως χτίστης. Αν την ακούσουμε, ίσως καταφέρουμε να κατανοήσουμε επιτέλους τα λάθη μας. Κι αυτό θα είναι ένα σοβαρό βήμα για να μειωθούν οι βιβλικές καταστροφές που κάθε τόσο συμβαίνουν στη χώρα μας.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Σοσιαλισμός και σταλινισμός



του Κύρκου Δοξιάδη

Τις ημέρες αυτές, που συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση, ας θυμηθούμε και μιαν άλλη εκατοστή επέτειο: σε λίγους μήνες, την άνοιξη του 2018, συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τη δριμύτατη κριτική που άσκησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην ηγεσία της Επανάστασης.
Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα: «[...] Ασφαλώς κάθε δημοκρατικός θεσμός έχει τις ατέλειές του και τις αδυναμίες του, πράγμα που συμβαίνει με όλους τους ανάλογους ανθρώπινους θεσμούς. Αλλά το φάρμακο που ανακάλυψαν ο Λένιν και ο Τρότσκυ, τη γενική κατάργηση της Δημοκρατίας [εδώ αναφέρεται συγκεκριμένα στη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης], είναι χειρότερο ακόμη κι από την αρρώστεια που επρόκειτο να θεραπεύσουν: Καταστρέφει αυτή την ίδια τη ζωντανή πηγή, απ’ όπου μπορεί να διορθωθεί κάθε φυσική ατέλεια των κοινωνικών θεσμών: την ενεργό, ανεμπόδιστη, δραστήρια πολιτική ζωή όσο το δυνατόν πιο πλατιών λαϊκών μαζών του έθνους»(1).
Η κριτική αυτή, διατυπωμένη από ίσως την τελευταία πολιτική προσωπικότητα στην ιστορία της Αριστεράς που θα μπορούσε να κατηγορηθεί για αντεπαναστατική δράση (και που κάθε άλλο παρά ανήκει σε εκείνους που υποστηρίζουν ότι η Ρωσική Επανάσταση ήταν «πραξικόπημα»), ακόμη, ύστερα από έναν αιώνα, δεν έχει απαντηθεί επαρκώς.
Τούτο φαίνεται περίτρανα και στις απαντήσεις που έδωσε ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ Δημήτρης Κουτσούμπας στη συνέντευξη που του πήρε ο Τάσος Παππάς και δημοσιεύτηκε το περασμένο Σάββατο («Εφ.Συν.», 11-12 Νοεμβρίου 2017). Κατά τα άλλα, και οι υπόλοιπες απαντήσεις είναι περίπου οι αναμενόμενες. Για παράδειγμα, ως προς τις περιβόητες δίκες της Μόσχας: «[...] δεν μιλάμε για δίκες κάποιων “διαφωνούντων”, αλλά για ομάδες με οργανωμένη, συνωμοτική δράση ενάντια στον σοσιαλισμό, την οποία παραδέχονταν ακόμη και δυτικοί διπλωμάτες στις υπηρεσιακές τους αναφορές...» και ούτω καθεξής.
Ισως κάτι όντως καινούργιο (ή τέλος πάντων πρόσφατο – όπως επισημαίνεται στη σχετική ερώτηση, είχε διατυπωθεί και σε πρόσφατη ομιλία του Δ. Κουτσούμπα) είναι η άποψη ότι στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956 ξεκίνησε η «οπορτουνιστική στροφή» που σταδιακά οδήγησε στην ανατροπή του σοσιαλισμού κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Η διατύπωση αυτής της άποψης έχει υπό μία έννοια ιστορική σημασία.
Εκεί δηλαδή όπου επισήμως το μετασταλινικό σοβιετικό καθεστώς και τα φιλοσοβιετικά κομμουνιστικά κόμματα (του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου) τοποθετούσαν την «τομή» της αποστασιοποίησης από τον σταλινισμό (έστω διαμέσου της ανεπαρκέστατης –πρακτικά, πολιτικά και θεωρητικά– περιγραφής του τελευταίου ως «λατρείας της προσωπικότητας»), για το σημερινό ΚΚΕ σηματοδοτείται η αρχή του τέλους του σοσιαλισμού και της βαθμιαίας επικράτησης της αντεπανάστασης. Με άλλα λόγια: χωρίς να χρησιμοποιεί (ακόμα τουλάχιστον) τον όρο, το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας δηλώνει πλέον εμμέσως πλην σαφέστατα ότι είναι σταλινικό.
Θα ήταν ζήτημα ήσσονος σημασίας για την Αριστερά – άλλωστε, δεδομένης ακριβώς της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», δεν θα είχε καν νόημα η άσκηση κριτικής στις αυτοπεριθωριοποιημένες εκείνες πολιτικές δυνάμεις που εξακολουθούν να ομνύουν στο όνομά του. Στην παρούσα συγκυρία, όμως, το ΚΚΕ, άθελά του σε τεράστιο βαθμό, παίζει έναν κομβικό ρόλο από πλευράς ιδεολογικής, πολιτικής και –τολμώ να πω– προπαγανδιστικής.
Για να καταστεί κατανοητό αυτό που ισχυρίζομαι, απομονώνω άλλο ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη του Δ. Κουτσούμπα (σύνοψη του οποίου αποτελεί και τον τίτλο της συνέντευξης): «[...] Ανεξάρτητα από αδυναμίες ή λάθη που μπορούμε ιστορικά να διερευνήσουμε, η πολεμική ενάντια σε αυτή την περίοδο [του σταλινικού καθεστώτος] και η “σταλινολογία” στόχο έχουν να χτυπήσουν ακριβώς την περίοδο που μπήκαν οι βάσεις του σοσιαλισμού».
Οσο και αν κάποιοι από εμάς πεισματικά –ακόμα– διαρρηγνύουμε τα ιμάτιά μας ότι στην πραγματικότητα δεν ισχύει κάτι τέτοιο, για πολύ κόσμο ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι πλέον μια αληθινά ριζοσπαστική, δηλαδή αντικαπιταλιστική πολιτική δύναμη της Αριστεράς. Αυτό υποστηρίζει, και με το παραπάνω, το ΚΚΕ, διατυμπανίζοντας σε όλους τους τόνους ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ακριβώς το ίδιο ανηλεής στις αντιλαϊκές και νεοφιλελεύθερες πολιτικές που οικειοθελώς εφαρμόζει όσο οι κυβερνήσεις Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ – αν όχι πιο πολύ κιόλας.
Οσοι πείθονται –και φαίνεται πως δεν είναι λίγοι, δυστυχώς–, καλούνται από το ΚΚΕ να πειστούν και για κάτι ακόμα: ότι, παρά τα όποια «λάθη ή αδυναμίες», ο σταλινισμός είναι οι αληθινές «βάσεις του σοσιαλισμού». Ο ταξικός αντίπαλος, ήτοι το νεοφιλελεύθερο –διεθνές και εγχώριο– καπιταλιστικό καθεστώς, αυτό ακριβώς θέλει. Να πιστέψει ο κόσμος, βαθιά μέσα του και μια και καλή αυτή τη φορά, το αντίστροφο από αυτό που διακήρυσσε ο Νίκος Πουλαντζάς: ότι ο σοσιαλισμός ή θα είναι σταλινισμός ή δεν θα υπάρξει.

[1] Ρόζα Λούξεμπουργκ, Ρωσική Επανάσταση (μτφρ.: Α. Στίνας), Αθήνα: Υψιλον, 1978, σ. 63.

* Ο Κύρκος Δοξιάδης καθηγητής της Κοινωνικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Παράδεισος ή Δημοκρατία;



του Αντώνη Λιάκου

Μπορεί ο Χριστός να είπε ότι «δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τον παράδεισον», αλλά αποδεικνύεται πως οι παράδεισοι, εκεί όπου μπορούν κάποιοι να διαφυλάττουν τα πλούτη τους, χωρίς να αμαρτήσουν ή να παρανομήσουν, είναι φτιαγμένοι για τους πλούσιους. Καθ’ όλα νόμιμα, αλλά και διακριτικά, ανώνυμα. Χωρίς να γιγνώσκει η Αριστερά τι ποιεί η Δεξιά. Και όπως λέει ένα γνωμικό που κάθε προνοητικός πλούσιος πατέρας επαναλαμβάνει στον εαυτό του και στους βλαστούς του, δυσκολότερα διαφυλάττεις τον πλούτο σου από ό,τι τον κερδίζεις.
Πράγματι αυτή είναι μια βαθιά, όχι πανανθρώπινη, αλλά πανζωική αλήθεια. Το αρπακτικό συλλαμβάνει και σκοτώνει τη λεία του, συχνά όμως τη χάνει από το ισχυρότερο που θα εμφανιστεί με αξιώσεις ότι του ανήκει. Πώς θα αντιδράσει; Διά της αποκρύψεως. Απόκρυψη, μια τεχνική παμπάλαια, εμφωλευμένη στους αυτοματισμούς των συμπεριφορών και στο ζωικό βασίλειο και στις κοινωνίες.
Ωραία έως εδώ, αλλά υποτίθεται ότι ζούμε σε οργανωμένες πολιτείες και όχι στη ζούγκλα. Και ότι οι πολιτείες έχουν ορισμένους κανόνες, διαφορετικούς από εκείνους των άλλων ζώων. Γι’ αυτό και ο Αριστοτέλης θεωρούσε τους ανθρώπους ιδιαίτερο είδος, «ζώον πολιτικόν», που σημαίνει συλλογική ζωή με βάση κανόνες και νόμους.
Ενας από τους κανόνες είναι η φορολογία. Και η φορολογία είναι ο κεντρικότερος άξονας, που είναι σταθερός σε όλη την ιστορία του πολιτισμού. Ποιος ή ποιοι επιβάλλουν φόρους, ποιος αποφασίζει, ποιο είναι το ύψος τους, ποιοι πληρώνουν και ποιοι τους ιδιοποιούνται, για ποιους σκοπούς και με ποια κριτήρια; Η ιστορία τόσο των αρχαίων δημοκρατιών όσο και του σύγχρονου κοινοβουλευτισμού συνδέονται απόλυτα με το ποιος αποφασίζει για τη διάθεση και την κατανομή του πλεονάσματος, αν είναι λίγοι ή πολλοί, πώς συνδέονται φορολογία και πολιτικά δικαιώματα. 
Από την απόλυτη μοναρχία έως τη δημοκρατία, φορολογία και πολιτικό σύστημα αποτελούν τις δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Ακόμη και η περίφημη φράση «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, και τα του Θεού τω Θεώ» σημαίνει ότι προϋπόθεση της άσκησης της θρησκευτικής λατρείας, και επομένως της ανεξιθρησκίας, είναι η συμμόρφωσή σου με τους φορολογικούς κανόνες.
Ολα αυτά βέβαια είναι πασιφανή, αυτά συγκροτούν και τον πυρήνα και τον ορίζοντα της νομιμότητας. Αλλά όπως λέει και ο Καρλ Σμιτ, κυρίαρχος είναι όποιος αποφασίζει την εξαίρεση από τον κανόνα, όποιος δηλαδή επιβάλλει καθεστώς εξαίρεσης, δηλαδή κατάσταση πολιορκίας, στην οποία είναι δυνατή η εξαίρεση από τον νόμο, δηλαδή η παραβίαση του νόμου με νόμιμο τρόπο. Ακριβώς αυτό συμβαίνει με όσα αποκαλύπτουν τα paradise papers. Δεν πρόκειται για παράνομη φοροδιαφυγή.
Πρόκειται για μια νομική τεχνολογία παραβίασης του νόμου και απόκρυψης της πορείας του χρήματος, της ίδιας της νομικής μεθόδευσης. Πρόκειται για οικονομικές και νομικές εργαλειοθήκες, ακόμη και προσαρμοσμένες φιλοσοφικές έννοιες, για στρατιές νομικών γραφείων, για δύσκολα ανιχνεύσιμα δίκτυα ανάμεσα σε τράπεζες, hedge funds, εξωχώρια εταιρικά σχήματα και κυβερνήσεις. Πρόκειται για την τεχνολογία της εξαίρεσης στην οποία οι πλούσιοι αποφασίζουν να αυτοεξαιρεθούν από την πολιτεία.
Αν αναλογιστούμε το βάρος των πράξεων με το νόημα των λέξεων, τότε κατάσταση αυτοεξαίρεσης σημαίνει ότι η πολιτεία έχει το δικαίωμα και πρέπει, ως ανταπόδοση και προς παραδειγματισμόν, να στερήσει τα πολιτικά δικαιώματα σε όποιον αυτοεξαιρείται και να του δημεύσει την περιουσία και να δημοσιεύσει το όνομά του.
Δεν πρόκειται για λεπτομέρειες, αλλά για το ισόποσον του οικονομικού προϊόντος (economic output) Ιαπωνίας, Βρετανίας και Γαλλίας (10 τρισεκατομμύρια δολάρια). Η φορολόγηση των αντίστοιχων γερμανικών κεφαλαίων κοστίζει το 30% των φορολογικών εσόδων της Γερμανίας, και των ελληνικών κεφαλαίων το 8% των αντίστοιχων εσόδων της Ελλάδας. Αλλά δεν ζούμε στον καιρό του Δράκοντα, του Ροβεσπιέρου και του Λένιν για να γίνουν αυτά.
Τι πρέπει να γίνει όμως; Το ζήτημα δεν είναι να συζητάμε αν είναι νόμιμη ή όχι η εξαίρεση από τη φορολογία, το ζήτημα είναι να πάψει να είναι νόμιμη. Το ζήτημα είναι η απονομιμοποίηση αυτής της διαδικασίας και νομικά και πολιτικά και ηθικά. Πρέπει να πάψουν να ισχύουν δυο φορολογικά καθεστώτα, ένα για τους πλούσιους και άλλο για τους φτωχούς.
Και επειδή μια μικρή χώρα είναι σχετικά αδύναμη να αντισταθεί σ’ αυτά τα αρπακτικά, στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ενιαίου ευρωπαϊκού φορολογικού συστήματος με ειδικές και αυστηρές προβλέψεις για τη «νόμιμη» φοροδιαφυγή. Το ενιαίο νόμισμα χωρίς ενιαία φορολογία στην Ευρώπη επιτρέπει το κοινωνικό dumping και τις εκπτώσεις στην υγεία, στην παιδεία και στα κοινωνικά δικαιώματα.
Μια χώρα, αντί να υποτιμήσει το νόμισμα, κόβει τη φορολογία και αντίστοιχα τις κοινωνικές δαπάνες. Η ενιαία φορολογία είναι προϋπόθεση για τη δημιουργία ενιαίων ευρωπαϊκών standards σ’ αυτούς τους κοινωνικούς τομείς, όπως αντίστοιχα ισχύουν στα χρηματοπιστωτικά. Μα δεν είναι συντηρητικό το σημερινό ευρωπαϊκό πλαίσιο; Ναι είναι, αλλά είναι προτιμότερο ένα έστω και συντηρητικό ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα φορολογίας, παρά κανένα.

* ιστορικός, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2017

Περισσότερη Ευρώπη; Οχι, ευχαριστώ!



του Γιάννη Γούναρη

Η εκλογή του Εμανουέλ Μακρόν στη γαλλική προεδρία τον περασμένο Μάιο έγινε δεκτή με αναστεναγμούς ανακούφισης στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Το κλίμα που καλλιεργήθηκε έτεινε υπέρ της νίκης του «ευρωπαϊσμού» επί του «λαϊκισμού» και υπέρ της αντιστροφής του κακού κλίματος για την Ευρωπαϊκή Ενωση που θα μπορούσε, πλέον, να προχωρήσει μπροστά με ταχύ βήμα, θεραπευμένη από το τραύμα του Brexit.
Ο Μακρόν παρουσίασε το ρηξικέλευθο σχέδιό του για την Ευρώπη στη Σορβόνη, στις 26 Σεπτεμβρίου. Τον ίδιο ενθουσιασμό απέπνεε και η ετήσια ομιλία του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 13 Σεπτεμβρίου, η εισαγωγή της οποίας είχε τον μάλλον εξωπραγματικό τίτλο «Ο αέρας στα πανιά μας».
Πόσο γρήγορα, όμως, έρχεται η πραγματικότητα να διαλύσει και τις πιο προσεκτικά σχεδιασμένες αυταπάτες: δύο μόλις μέρες πριν από την ομιλία του Μακρόν, οι γερμανικές εκλογές είχαν αναδείξει το ακροδεξιό αντιευρωπαϊκό κόμμα AfD τρίτη πολιτική δύναμη.
Εν τω μεταξύ, στην Αυστρία, το δεξιό κόμμα ÖVP, υπό την ηγεσία ενός επίδοξου «μικρού Μέτερνιχ» ονόματι Σεμπάστιαν Κουρτς, φαίνεται πρόθυμο να συγκυβερνήσει με το FPÖ, ένα κόμμα που ιδρύθηκε από ατιμώρητους Αυστριακούς ναζί, την ακροδεξιά ρητορική και ατζέντα του οποίου, άλλωστε, έχει υιοθετήσει σε μεγάλο βαθμό η «κανονική» αυστριακή Δεξιά, φαινόμενο όχι ξένο σε δεξιά κόμματα αρκετών ευρωπαϊκών χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Μάλιστα, εάν επιβεβαιωθεί το σενάριο μιας συγκυβέρνησης ÖVP - FPÖ, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο να ενταχθεί η Αυστρία στην ομάδα των κρατών του Βίζεγκραντ (Πολωνία, Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία), αναλαμβάνοντας ηγετικό ρόλο στην πιο ευρωφοβική αντισυσπείρωση κρατών στη σημερινή Ευρώπη, με τις γνωστές ακραίες θέσεις στο προσφυγικό-μεταναστευτικό. 
Οπωσδήποτε, η προοπτική ενεργότερης ανάμειξης της Αυστρίας στην Κεντρική Ευρώπη και στα Βαλκάνια ικανοποιεί τις εθνικιστικές ψευδαισθήσεις μεγαλείου που τρέφει αυτή η μάλλον μικρή χώρα, νοσταλγώντας το πάλαι ποτέ αυτοκρατορικό της παρελθόν. Η εικόνα ολοκληρώνεται με την καταλανική κρίση που κατέδειξε πως οι αποσχιστικές τάσεις δεν είναι το θλιβερό προνόμιο κρατών της Ανατολικής Ευρώπης ή των Βαλκανίων.
Οπως φαίνεται, κανείς δεν συμμερίζεται ιδιαίτερα τον φεντεραλιστικό οίστρο του Γιούνκερ, ενώ το όραμα του Μακρόν προσκρούει, όπως ήταν αναμενόμενο, στο γρανιτένιο τείχος της γερμανικής άρνησης, περισσότερο ενισχυμένο από την προοπτική της συγκυβέρνησης του CDU με το -επίσης ευρωσκεπτικιστικό- FDP.
Με αυτά τα δεδομένα, αναρωτιέται κανείς τι, ακριβώς, ευαγγελίζονται οι θιασώτες τής άνευ όρων περαιτέρω ευρωπαϊκής ενοποίησης, χωρίς να μας διαφωτίζουν περισσότερο πάνω στα πραγματικά σημαντικά ερωτήματα: ενοποίηση με ποιους, προς όφελος τίνος, με ποιες διαδικασίες, με ποια νομιμοποίηση, με ποιον σκοπό και σε ποια κατεύθυνση; Ποια, ακριβώς, είναι αυτή η Ευρώπη που θέλουν να φτιάξουν; Διότι, αυτό που προκύπτει από τα δεδομένα είναι ότι από την όλη -αναμασημένη- φιλολογία περί της Ευρώπης των πολλών ταχυτήτων, το μόνο που θα προκύψει είναι η θεσμική κατοχύρωση της τεχνοκρατικής τυραννίας εντός του ευρω-πυρήνα, την οποία βίωσε η Ελλάδα στην πιο άγρια εκδοχή της επί μία επταετία.
Ας μην έχουμε αμφιβολία ότι αυτό κρύβεται πίσω από το σχέδιο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε (και όχι μόνο) περί αναβάθμισης του ESM σε «Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο» με αποστολή την περιφρούρηση και τη σιδερένια επιβολή του δόγματος της λιτότητας, σε συνδυασμό με την κάθετη άρνηση της Γερμανίας να συζητήσει «πρόωρες» προτάσεις περί εκδημοκρατισμού και λογοδοσίας της ευρωζώνης ή, ακόμα χειρότερα, περί μεταφοράς πόρων με στόχο την οικονομική σύγκλιση ή περί αμοιβαιοποίησης του χρέους και ελάφρυνσης των υπερχρεωμένων κρατών-μελών.
Αυτονόητα, οι λαοί της Ευρώπης είναι ένα ενοχλητικό εμπόδιο στην πραγμάτωση αυτών των μεγαλόπνοων σχεδίων, εξ ου και η αναβίωση της ρητορικής περί «εθνολαϊκισμού» που επιδιώκει να εξομοιώσει ύπουλα την κριτική για τον αντιδημοκρατικό κατήφορο της Ευρώπης με την εκ νέου ανάδυση του φάσματος της Ακροδεξιάς και του φασισμού που τροφοδοτείται, εν πολλοίς, από αυτόν ακριβώς τον κατήφορο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψεύδος από την ταύτιση της συνηγορίας υπέρ της λαϊκής κυριαρχίας και της συνταγματικής αυτονομίας των ευρωπαϊκών κρατών με τον εθνικισμό. Στην πραγματικότητα, οι ακόμα μεγαλύτερες δόσεις από αυτή την τοξική Ευρώπη είναι αυτές που θα τη βάλουν σε τροχιά απαξίωσης και αποδόμησης.
Στον αντίποδα, ένας σύγχρονος αναστοχασμός του Ευρωπαϊκού Φαινομένου οφείλει να έχει αφετηρία την παραδοχή ότι η δημοκρατία ενυπάρχει στα εθνικά Συντάγματα των ευρωπαϊκών κρατών, καθώς δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για την άσκησή της σε μια υπερεθνική διάσταση. Και ότι, συναφώς, η παραχώρηση περισσότερου δημοκρατικού (και δημοσιονομικού) χώρου στα ευρωπαϊκά κράτη είναι η ορθή επιλογή. Αυτό ουδόλως συνεπάγεται εγκατάλειψη της διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και συνεργασίας με στόχο την ειρήνη και την ευημερία στην ήπειρό μας: το αντίθετο, συνιστά προϋπόθεση για την ομαλή συνέχισή της.

* δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κατόχου LL.M. από το London School of Economics

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Εκεί, μόνο στην ποίηση, νεκρός δεν είναι κανένας...



του Ανδρέα Μπεντεβή

Ο Γιάννης Ρίτσος δεν υπήρξε μόνο ο σπουδαιότερος Έλληνας ποιητής του περασμένου αιώνα. Υποκειμενικό αυτό, αν και το έχει πει και ο Λουί Αραγκόν: Ήταν ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου. Ένας ποιητικός χείμαρρος που υπερέβαινε-συνθέτοντας-καλλιτεχνικά ρεύματα, ποιητικές και φιλοσοφικές σχολές, ένας χείμαρρος που πρωτοκύλησε, ήδη από πολύ νωρίς, στην γενέτειρα Μονεμβασιά. Ο Ρίτσος περισσότερο γεννήθηκε, παρά έγινε ποιητής. Όσο και αν αληθεύει ότι ο κόσμος των αισθήσεων, και βασικά η ταξική πάλη, τροφοδότησαν τον πνευματικό του κόσμο, και όχι το αντίστροφο: Ως προς αυτό ο Ρίτσος ήταν συνεπέστατο παράδειγμα της μαρξιστικής αντίληψης της τέχνης.
Η ιδιαίτερη πατρίδα του φόρτωσε με ομορφιά, μυρωδιές και χρώματα τον ποιητή στα ανέμελα παιδικά χρόνια, που θα μπορούσε με αυτό το απόθεμα ομορφιάς, να ζήσει και να υμνεί τον κόσμο για άλλες τρεις ζωές ακόμα, σύμφωνα με τα λόγια του.
Ακολούθησαν,από νωρίς, αλλεπάλληλες οι βαριές δοκιμασίες της ζωής: η πτώχευση της πλούσιας οικογένειας, οι θάνατοι, της μητέρας του και πολλών ακόμα στενών του ανθρώπων, η φυματίωση, η στράτευση στο κομμουνιστικό κίνημα που τις ιδέες του γνώρισε στο σανατόριο ''Σωτηρία'' από κάποιους γέρους ασθενείς κομμουνιστές. Η απόλυτη φτώχεια και η φιλασθένεια χαλύβδωσαν ακόμα πιο στέρεα την εσωτερική του δύναμη, την επιμονή για την ομορφιά και το όνειρο του για έναν άλλον κόσμο.
Η εικόνα της μητέρας πάνω από τον δολοφονημένο απεργό-γιο της, στις μεγάλες απεργίες του λαϊκού κινήματος στην Θεσσαλονίκη το 1936 συγκλόνισε τον ποιητή, ο οποίος έμεινε άγρυπνος και δίχως φαγητό επί 36 ώρες για να βγάλει από μέσα του τον ''Επιτάφιο''.
Ο Ρίτσος υπήρξε στρατευμένος με όλη την σημασία της λέξης, στα πρότυπα της τριτοδιεθνιστικής αντίληψης για τον καλλιτέχνη-στρατιώτη του κινήματος. Πλήρωσε τις συνέπειες για αυτό με βασανιστήρια, εξορίες, δεν υπήρξε ουρά και επαίτης κανενός κατεστημένου λογοτεχνικού κύκλου (ο Ρίτσος προτάθηκε 3 φορές από την Ακαδημία για το Νόμπελ, αλλά και τις τρεις ήταν η ελληνική κυβέρνηση που αρνήθηκε να δώσει την συγκατάθεση της).
Υπήρξε, επίσης, στρατευμένος και πολύ πέρα από τα στενά ιδεολογικά, ή κομματικά όρια. Στρατευμένος στην ανάδειξη της αξίας της κοινωνικοποίησης, της αλληλεγγύης. Μπορεί κανείς να διαισθανθεί στην ποίηση του Ρίτσου μία υπερβατικότητα ως προς αυτές τις αξίες, που δεν χωρά σε στεγανά, φόρμουλες. Η ίδια του η ποιητική πορεία όμως μετά την μεταπολίτευση μαρτυρά ένα τόλμημα του να ξεπεράσει σε μορφή και περιεχόμενο μια εξαντλημένη και περιφραγμένη κατεύθυνση στην ποίηση.
Ο Ρίτσος μάς έδωσε πάνω από 120 έργα (και άλλα 50 ανέκδοτες συλλογές!), ποιητικές συλλογές, θεατρικά έργα, μεταφράσεις, πεζογραφήματα, καθώς και χιλιάδες αντικείμενα τέχνης, ζωγραφική, αγγειοπλαστική, χρησιμοποίησε στις δύσκολες στιγμές της εξορίας της πέτρες και τις ρίζες των δέντρων για να αποτυπώσει την ομορφιά πέρα από το παρόν.
Όμως, ενώ ο έρωτας και η επανάσταση είχανε πάντα τον πρώτο λόγο, η ποίηση είχε τον τελευταίο. Αυτή διακρίνεται σε περιόδους, με την κάθε μία να υπεισέρχεται σε όλες τις άλλες: Από τα μεγάλα αριστουργήματα, σε ύφος μάλλον επηρεασμένο από τον Καρυωτάκη και τον Καβάφη, της πρώιμης, νεανικής του περιόδου, (''παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις'', τού είχε γράψει ο Παλαμάς) προς την πιο συγκροτημένη πολιτική ποίηση του στις δεκαετίες του 1940-1950, για να έρθει μετά η εποχή των θεατρικών έργων με τις πιο μεταφυσικές, ή υπαρξιακές αναζητήσεις, και η ακόμα πιο απελευθερωτική ροή του έργου του μετά την μεταπολίτευση-για την οποία εξάλλου ήρθε σε κόντρα και με την ''γραμμή'', αν και ο Ρίτσος ήταν πολύ μεγάλος για να τον αγγίξει κανείς έτσι και αλλιώς. 
Αυτή ακριβώς είναι η περίοδος που ο Ρίτσος νομίζω συνέθεσε όλη του την πορεία, σαν απολογισμός ζωής, παράλληλα με την εξέλιξη του λαού της χώρας του, σε ένα πολύμορφο νέο σύμπαν που έριξε φως σε αρκετές πτυχές του προηγούμενου έργου του. Έστω και αν δεν είναι το πλέον αναγνωρισμένο κομμάτι του έργου του, ή ίσως έστω και εάν δεν είναι το αρτιότερο ή το πιο εμβληματικό. Ίσως έχει έρθει ο καιρός να αναγνωριστούν στην αξία που τούς πρέπει τα λιγότερο γνωστά αυτά έργα του Ρίτσου, μιας και πέρα από το ότι είναι αληθινά διαμάντια, αποτελούν και μια εξαιρετικά διορατική ματιά πάνω σε έναν νέο κόσμο που έμπαινε ήδη στην σφαίρα της αλλοτρίωσης, του ανταγωνισμού και της εξατομίκευσης.
Σήμερα, που κλείνουν 27 χρόνια από τότε που πέρασε στην αθανασία, διαπιστώνει κανείς ότι δεν υπάρχει σημείο στην ποίηση του Ρίτσου που να στέκει εκτός των σύγχρονων προβληματισμών κάθε ανθρώπου που νιώθει και που σκέφτεται με όρους κοινότητας, δεν υπάρχει ένα σημείο ξεκομμένο από τα άλλα, είναι όλα τους ενταγμένα σε έναν διαρκή ύμνο προς την ζωή.
Επειδή τίποτα ποτέ δεν τελειώνει, όπως ''τα ρούχα ριγμένα στην καρέκλα μυρίζουν θάλασσα ακόμα'', όπως ο αέρας που περνά μέσα από το φόρεμα, κρεμασμένο στην ντουλάπα θα μαρτυρά πάντα την επερχόμενη νύχτα. Όπως είναι το ποίημα το αρνητικό της σιωπής, ή όπως ένας σκουριασμένος σωλήνας μέσα στα αγριόχορτα πεταγμένος για τον Ρίτσο μπορεί να γίνει αφορμή για μικρές και μεγάλες στιγμές, μεγεθυμένες ως το άπειρο.
Επειδή εκεί, μόνο στην ποίηση, νεκρός δεν είναι κανένας.

Σάββατο, 11 Νοεμβρίου 2017

Μπέλφαστ, η διχασμένη πόλη του βορρά




Η μεγάλη λίστα ταινιών που έχω δει για τους πολέμους που συγκλόνισαν την Ιρλανδία, έκανε το Μπέλφαστ να φαντάζει στο μυαλό μου ως ένα πολύτιμο "μήλον της Έριδος" μεταξύ Ιρλανδίας και Ηνωμένου Βασιλείου για το οποίο χύθηκε αρκετό αίμα και φούντωσε ένα μίσος το οποίο διατηρείται μέχρι σήμερα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα για μένα να γίνει το Μπέλφαστ ένας ποθητός προορισμός, ο οποίος όχι μόνο πραγματοποιήθηκε αλλά τον έζησα και σε έντονο βαθμό. Οπότε επιτρέψτε μου να ξεκινήσω τη συγκεκριμένη φωτογραφική βόλτα από ένα γεγονός που θα μου μείνει αξέχαστο.
Στο Μπέλφαστ μένει ένας δικός μου άνθρωπος, ο οποίος μας βοήθησε να δούμε μέρη που υπό άλλες συνθήκες θα προσπερνούσαμε και θα τα χάναμε. Ένα απ' αυτά είναι η φημισμένη περιοχή Falls Roads, ένα από τα πιο επικίνδυνα μέρη της Ευρώπης σήμερα. Στη γειτονιά αυτή χτυπάει ακόμη η καρδιά της Ιρλανδίας παρ' όλο που είναι περιτριγυρισμένη από γειτονιές φανατισμένων βρετανόφιλων κατοίκων.
Η εναλλαγή των θρησκευτικών και εθνικών ιδεολογιών είναι έντονη. Διασχίζοντας δρόμους γεμάτους σημαίες του Ηνωμένου Βασιλείου καταλήξαμε στο τείχος που χώριζε για δεκαετίες καθολικούς με προτεστάντες. Αν περιπλανηθείς στο δρόμο αυτό είναι πολύ πιθανό να δεχτείς επίθεση ή από Ιρλανδούς ή από Βορειοϊρλανδούς. Οι πρώτοι διότι δε θέλουν να μετατραπεί ένας τόπος πρόσφατων μαχών σε τουριστικό θέρετρο κι οι άλλοι για προβοκάτσια εις βάρος της ιρλανδικής κοινότητας.
Καθώς φτάναμε στη περιοχή με συμβούλευσαν να κρύψω την φωτογραφική μηχανή για να μη δίνουμε στόχο, όπως κι έκανα. Εξάλλου αυτό που είδα με τα μάτια μου δύσκολα θα μπορούσε να αποτυπωθεί σ' έναν φακό. Ο φανατισμός και το μίσος ήταν διάχυτο στον αέρα κι η ατμόσφαιρα έδειχνε ηλεκτρισμένη ακόμη και κατά τη διάρκεια ενός σαββατιάτικου απογεύματος. Όπως έμαθα κατά τη διάρκεια της διαδρομής είναι καθημερινό φαινόμενο τα μαχαιρώματα, οι προπηλακισμοί κι οι εκρήξεις βομβών.
Όταν φτάσαμε όμως στο Τείχος με τα πολιτικοποιημένα γκράφιτι, αισθανθήκαμε μία ηρεμία η οποία μας αναθάρρησε να βγούμε για να τα φωτογραφίσουμε. Εκείνη τη στιγμή που περπατούσαμε κατά μήκος του τείχους, εμφανίστηκαν δύο τύποι με μαύρες κουκούλες, οι οποίοι φωτογράφιζαν κι εκείνοι με τη σειρά τους το τείχος. Τους αγνοήσαμε πιστεύοντας πως είναι επισκέπτες. Όταν όμως στάθηκα δίπλα σε ένα γκράφιτι για τον απελευθερωτικό αγώνα των Ιρλανδών, ο ένας έκανε έναν μορφασμό δυσανασχέτησης και κινήθηκε απειλητικά προς το αμάξι. Τελευταία στιγμή όμως το προσπέρασε και κρύφτηκε μαζί με τον άλλον πίσω από κάποιες διαφημιστικές πινακίδες. Έχοντας προηγηθεί μία βδομάδα πριν ένα αντίστοιχο περιστατικό επίθεσης σε αυτοκίνητο, αναγκαστήκαμε να φύγουμε αμέσως. Προσπερνώντας με γκάζι από το σημείο των διαφημιστικών πινακίδων, παρατηρήσαμε πως οι δυο τύποι στέκονταν κρυμμένοι πίσω απ' αυτές κι ανέμεναν.
Τι είναι αυτό όμως που έχει κάνει το Μπέλφαστ να θεωρείται επικίνδυνη πόλη μέχρι σήμερα;
Εκτός του ότι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του νησιού, υπήρξε κι ένα από τα ιστορικά κέντρα της βιομηχανικής επανάστασης, κάτι που το καθιστά μέχρι σήμερα ως μία σημαντική βιομηχανική πόλη όπου εδρεύουν βιομηχανίες λινών, καπνοβιομηχανίες, μονάδες παραγωγής σχοινιών και φυσικά αρκετά ναυπηγία, με ιστορικότερο το Harland and Wolff που κατασκεύασε τον θρυλικό Τιτανικό.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η πόλη αυτή να διεκδικηθεί κι από την Ιρλανδία (η οποία πλέον έχει περιοριστεί στον πρωτογενή τομέα) κι από το Ηνωμένο Βασίλειο για ευνόητους λόγους.
Σπέρνοντας οι Βρετανοί έριδες μεταξύ των Ιρλανδών, τους οδήγησαν σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, ο οποίος ολοκληρώθηκε με την διχοτόμηση του νησιού. Αυτό είχε ως συνέπεια ένα υπολογίσιμο κομμάτι των κατοίκων του Μπέλφαστ, να ξεκινήσει μεγάλους αγώνες κι εξεγέρσεις διαρκείας απαιτώντας την επανένωση τους με το υπόλοιπο νησί. Τα πνεύματα ηρέμησαν κάπως την περασμένη δεκαετία, με τον βρετανικό στρατό να αποχωρεί από τους δρόμους της πόλης το 2005. Όμως το επερχόμενο Brexit έχει αρχίσει να φουντώνει πάλι τους κατευνασμένους πόθους για επανένωση.
Στη πόλη φτάσαμε με το τραίνο. Μία διαδρομή δύο ωρών παράλληλα με την ανατολική ακτογραμμή της Ιρλανδίας. Διασχίσαμε παραλίες που δεν είχαν τα ζωντανά χρώματα που έχουν οι δικές μας. Σταματήσαμε σε διάφορες μικρές κωμοπόλεις που είναι διάσπαρτες και προσπεράσαμε αρκετές βαλτώδεις περιοχές, μέχρι τα ηχεία του βαγονιού μας πληροφορήσουν πως φτάσαμε στην πρωτεύουσα της Βόρειας Ιρλανδίας.
Η πρώτη εικόνα που αντικρίσαμε ήταν μία άχρωμη ζώνη με επαναλαμβανόμενες πολυκατοικίες και γυάλινους επιχειρηματικούς πύργους (00:05-00:14). Κοντά στο σταθμό υπήρχε μία κλειστή αγορά με παραδοσιακά προϊόντα. Μου έκαναν μεγάλη εντύπωση τα θαλασσινά τους. Ψάρια μεγάλου μεγέθους με σκούρα χρώματα και καβούρια με μακρόστενα πόδια κι επικίνδυνες δαγκάνες που έχασκαν ενάντια σε κάθε χέρι που ενδιαφερόταν να τα αγγίξει. Ήταν πρώτη φορά που δεν με δελέαζε ένα ψαρικό στο να το βάλω σε μία σχάρα και να το φάω.
Από κει πήγαμε στο λιμάνι το οποίο είναι χωρισμένο σε αρκετές ζώνες. Σε μία απ' αυτές βρίσκεται το μουσείο του Τιτανικού (00:15-01:12). Ένα σύγχρονο κτίριο το οποίο προσπαθεί να μοιάσει στην όψη ενός απειλητικού παγόβουνου. Έχει στηθεί κοντά στο ναυπηγείο που κατασκευάστηκε ο Τιτανικός, όπου στέκουν μέχρι σήμερα οι δυο μεγάλοι γερανοί που χρησιμοποιήθηκαν εκείνην την εποχή, οι οποίοι εξαιτίας του διαφορετικού τους μεγέθους έχουν ονομαστεί "Δαβίδ και Γολιάθ". Καθώς μικρός ήμουν λάτρης του μοντελισμού, ενθουσιάστηκα βλέποντας σε μία δεξαμενή δύο παλιά μοντέλα πλοίων της εταιρίας. Πιθανότατα την χαρά που αισθάνθηκα να την ένιωσαν κι άλλοι μ' αποτέλεσμα να στηθεί σε μία πλατεία ένα ομοίωμα μοντελισμού του Τιτανικού, έτσι ακριβώς όπως θα το βγάζαμε από το κουτί λίγο πριν το συναρμολογήσουμε (01:08). Το βρήκα ως ένα από τα πιο έξυπνα σύγχρονα γλυπτά που έχω συναντήσει σε ταξίδια μου.
Από εκεί περπατήσαμε προς το κέντρο της πόλη περνώντας πάνω από μία καλαίσθητη γέφυρα, η οποία μας έβγαλε στην πλατεία με το Big Fish (01:24-01:43). Το Μεγάλο Ψάρι ή αλλιώς ο Σολωμός των Γνώσεων, είναι ένα σύγχρονο γλυπτό δέκα μέτρων του οποίου η επιφάνεια είναι ένα μωσαϊκό γεμάτο κεραμικά θραύσματα. Φτάνοντας πιο κοντά είδα πως το κάθε κομμάτι απεικόνιζε μία φωτογραφία, ένα σχέδιο ή κάποιο κείμενο. Απ' ότι έμαθα αναφέρεται στην ιστορία της πόλης, βασισμένο σε πηγές που προήλθαν από το μουσείο Ulster. Σκοπός του έργου ήταν η μετατροπή του γλυπτού σε μία χρονοκάψουλα που θα διατηρήσει εικόνες, πληροφορίες, ιστορίες και ποίηση της πόλης του Μπέλφαστ.
Από εκείνο το σημείο ξεκινάει κι η ομορφότερη περιοχή της πόλης, η Cathedral Quarter (04:14-06:20), η οποία είναι μία μεγάλη περιοχή με παλιά και καλαίσθητα κτίρια, γεμάτη πεζόδρομους και σοκάκια με όμορφες μπυραρίες και καλά κρυμμένα εστιατόρια. Ξεχωρίζει το μνημείο Albert Memorial Clock, ένας μεγάλος πύργος-ρολόι, παρόμοιος με το Big Ben του Λονδίνου μόνο που στο Μπέλφαστ, ο πύργος αυτός γέρνει αισθητά κι επικίνδυνα (01:44-01:58). Στην περιοχή αυτή βολτάραμε λίγο πριν αναχωρήσουμε από το Μπέλφαστ. Ήταν ο πιο όμορφος επίλογος για να κλείσει η περιπλάνησή μας στην πόλη. Ο καιρός ήταν υπέροχος και τα στενά ήταν γεμάτα κόσμο και μουσική. Με μία μπύρα ο καθένας στο χέρι, συζητούσαν, χαριεντίζονταν γελώντας δυνατά και τραγουδούσαν. Σου έφτιαχνε τη διάθεση και σου έπαιρνε μακριά τη κούραση. Σε εκείνη τη συνοικία ενθουσιάστηκα με τα καλαίσθητα και μεγάλων διαστάσεων γκράφιτι. Το ένα ήταν πιο όμορφο από το άλλο, αν κι εγώ κόλλησα με την φάτσα ενός σκύλου που με κοιτούσε περίεργα και παιχνιδιάρικα.
Λίγο πιο έξω από το κέντρο της πόλης βρίσκεται το φημισμένο Queen's University (02:00-02:42) το οποίο χτίστηκε το 1845 και ξεκίνησε την λειτουργία του το 1849. Επιβλητικό με ένα έντονο κόκκινο χρώμα στη πρόσοψή του, έκανε αισθητή την κυρίαρχη παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή η οποία θεωρείται ως η πολιτιστική γειτονιά της πόλης γεμάτη σινεμά, θέατρα κι εκθεσιακούς χώρους. Το πανεπιστήμιο ήταν άδειο κι έτσι δε καταφέραμε να νιώσουμε τον φοιτητικό παλμό. Περιπλανηθήκαμε στους άδειους του διαδρόμους και στην εσωτερική του αυλή, η οποία ήταν πλούσια σε γλυπτά. Στα πλάγια του πανεπιστημίου, βρήκαμε ένα μικρό σινεμά που προβάλλει κυρίως ευρωπαϊκές ταινίες. Μία απ' αυτές ήταν κι ο Αστακός του Λάνθιμου, η οποία μάζεψε ολόκληρο το ελληνικό στοιχείο της πόλης, το οποίο όμως δεν άντεξε να δει ολόκληρη την ταινία. Από τα μισά της προβολής, η αίθουσα είχε αδειάσει καθώς ο κόσμος προτίμησε μία δροσερή μπύρα και μία καλή συζήτηση από μία δίωρη αποθέωση της δηθενιάς.
Επίσης δίπλα στο πανεπιστήμιο βρίσκεται κι ένας όμορφος βοτανικός κήπος, ανοιχτός όλη την ώρα στο κοινό. Περπάτησα μέσα στους διαδρόμους του και σταματούσα σε κάθε φυτό που μου τραβούσε την περιέργεια. Αυτό που διαπίστωσα ήταν πως οι κάτοικοι της πόλης έχουν μία ιδιαίτερη σχέση με τα φυτά και τα λουλούδια.
Αυτό όμως που μ' ενθουσίασε στην πόλη ήταν το εντυπωσιακό δημαρχείο, ένα από τα ομορφότερα που έχω συναντήσει μέχρι στιγμής στα ταξίδια μου (02:58-.04:13). Το δημαρχείο χτίστηκε στη θέση ενός παλιού σημαντικού κέντρου συναλλαγών. Τα σχέδια για το κτίριο έγιναν το 1888 κι η κατασκευή του ξεκίνησε δέκα χρόνια μετά. Ήταν δώρο από την βασίλισσα Βικτώρια για την ταχεία ανάπτυξη της πόλης στο χώρο της βιομηχανίας. Μάλιστα τότε το Μπέλφαστ είχε ξεπεράσει και σε πληθυσμό το Δουβλίνο. Το κτίριο είναι πλούσιο σε μπαρόκ αναγεννησιακό ρυθμό και στις γωνίες του δεσπόζουν τέσσερις πύργοι, οι οποίοι είναι 53 μέτρα ύψος. Η επιβλητικότητα που προσφέρει τη μέρα μετατρέπεται σε αποθέωση με τον βραδινό του φωτισμό. Λίγο πριν φύγουμε από την πόλη, στάθηκα αρκετή ώρα στα κάγκελά του προαυλίου χώρου του και θαύμαζα τις λεπτομέρειες που αναδείκνυε το κτίριο κάτω από τον νυχτερινό ουρανό. Αυτό που κέρδιζε περισσότερο την προσοχή ήταν ο τυρκουάζ τρούλος που έλαμπε τόσο την μέρα όσο και την νύχτα.
Φεύγοντας βράδυ πια από το Μπέλφαστ προσπαθούσα να καταλάβω αν αυτή η πόλη μου άρεσε ή όχι. Η αλήθεια είναι πως η διχόνοια που επικρατεί στους κατοίκους της έχει περάσει και στο πολεοδομικό κι αρχιτεκτονικό κομμάτι της πόλης. Από εκεί που είναι ένα καθαρά βιομηχανικό τοπίο, μεμιάς μετατρέπεται σε μία καλαίσθητη μπαρόκ πόλη. Επίσης οι γυάλινοι πύργοι του λιμανιού γρήγορα εναλλάσσονται σε στενά σοκάκια με όμορφα γκράφιτι. Κι εκεί που όλοι μαζί απολαμβάνουν την ιρλανδέζικη μπύρα με μουσικές και χαμόγελα, λίγο πιο κάτω πέφτουν βροχή οι απειλές, τα μαχαιρώματα κι οι τυφλές βόμβες.
Το Μπέλφαστ είναι σίγουρα ένας προορισμός που αξίζει να αφιερώσει κανείς λίγες μέρες για να καταφέρει να πιάσει κάτι από τον περίεργο σφυγμό της κοινωνίας. Ένα σφυγμό τελείως διαφορετικό από τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις. Έναν σφυγμό που κρατάει τον καθέναν σε διαρκή ετοιμότητα, κάτι που τον βοηθάει να ζει την κάθε στιγμή έντονα κι ηδονικά.
Κλείνοντας θα θελα να ευχαριστήσω μέσα από την καρδιά μου την πολυαγαπημένη μου Βούλα για την υπέροχη βόλτα που μας πρόσφερε στο Μπέλφαστ.

Παρασκευή, 10 Νοεμβρίου 2017

Τα προβλήματα μιας ενοποίησης



της Κάκη Μπαλή

Σαν χθες πριν από 28 χρόνια, στις 9 Νοεμβρίου του 1989, έπεσε το τείχος του Βερολίνου. Για όσους έζησαν από κοντά εκείνη την ημέρα, ακόμα κι αν ήταν από άλλη χώρα, όπως η γράφουσα, η εμπειρία ήταν συγκλονιστική, η χαρά των ανθρώπων στους δρόμους του Βερολίνου σχεδόν χειροπιαστή. Και η αισιοδοξία τις μέρες που ακολούθησαν ήταν τεράστια. Για δυο γενιές Ανατολικογερμανών ο κόσμος γύρισε ανάποδα, αλλά προσδοκούσαν από αυτή την αναίμακτη ανατροπή ελευθερία και ευημερία, αφού άφηναν πίσω τους τον ασφυκτικό κόσμο της Στάζι, της πανίσχυρης υπηρεσίας κρατικής ασφαλείας και μια οικονομία που κατέρρεε.
Ένα χρόνο αργότερα ήρθε η γερμανική ενοποίηση, με τη μορφή της ένταξης των ανατολικογερμανικών κρατιδίων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας -κάποιοι την χαρακτήρισαν προσάρτηση και δεν είχαν τόσο άδικο-, ενώ στις πρώτες πραγματικά παγγερμανικές εκλογές θριάμβευσε ο Χέλμουτ Κολ. Αυτός που στα μέσα της δεκαετίας του 1990 υποσχόταν ότι σύντομα θα γίνονταν τα “νέα” κρατίδια “ανθισμένα τοπία”. Τα τοπία άργησαν πάρα πολύ να ανθίσουν, οι Ανατολικογερμανοί βίωσαν απότομα τα προβλήματα του υπαρκτού καπιταλισμού, το μαζικό κύμα των ιδιωτικοποιήσεων, την ανεργία, τα υψηλά ενοίκια. Πολλοί αναγκάστηκαν σε εσωτερική πλέον μετανάστευση, ενώ ένα μέρος της ανατολικογερμανικής κοινωνίας νιώθει ακόμη μειονεκτικά έναντι των Δυτικών αδελφών. Δεν είναι τυχαίο ότι ο διευθυντής της ομοσπονδιακής υπηρεσίας Πολιτικής Αγωγής Τόμας Γκρούγκερ μίλησε τις τελευταίες μέρες για “πολιτισμική αποικιοκρατία” της Δυτικής Γερμανίας.
Σήμερα, 28 χρόνια μετά από τη συγκλονιστική εκείνη ημέρα, η ενοποίηση -οικονομική, κοινωνική αλλά κυρίως... συναισθηματική- δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Σε δημοσκόπηση του Ινστιτούτου Forsa που έγινε πριν από πέντε χρόνια, το 55% των πολιτών στη Δυτική Γερμανία δηλώνει ότι οι διαχωριστικές γραμμές εξακολουθούν να υφίστανται, ενώ στα ανατολικά κρατίδια το ίδιο ποσοστό ανέρχεται στο 45%. Οι μισθοί και οι συντάξεις στα ανατολικά κρατίδια ακόμη δεν έχουν φτάσει στο επίπεδο των δυτικών -κι αυτό διαιωνίζει το αίσθημα αδικίας των Ανατολικογερμανών, αλλά και η εισφορά αλληλεγγύης, ο φόρος που θεσπίστηκε για να καλυφθεί ένα μέρος από το τεράστιο κόστος της ενοποίησης υπάρχει ακόμη- και διαολίζει τους Δυτικογερμανούς, αν και το πληρώνουν όλοι. Τέλος, μέχρι τις τελευταίες εκλογές, οι Δυτικοί θεωρούσαν ότι η ισχυρή Ακροδεξιά, ο έντονος ρατσισμός και η ισλαμοφοβία ήταν ανατολικογερμανικά χαρακτηριστικά. Μετά είδαν ότι η “Εναλλακτική για τη Γερμανία” έκανε το success story της και στη Δύση.

Υ.Γ. Εθνική γιορτή της ενωμένης Γερμανίας δεν έγινε η 9η Νοεμβρίου επειδή η ίδια ημερομηνία, μισόν αιώνα νωρίτερα, το 1938, είχε περάσει στην ιστορία ως η “Νύχτα των κρυστάλλων”, η νύχτα των συντονισμένων μαζικών επιθέσεων σε Γερμανία και Αυστρία ενάντια στους Εβραίους.

Πηγή: Η Αυγή

Πέμπτη, 9 Νοεμβρίου 2017

Ότι είναι νόμιμο είναι τελικά και ηθικό;



Το 2008 στην Ελλάδα υπήρξε το πρώτο συμβάν offshore εταιρείας που σχετίστηκε με πολιτικό πρόσωπο. Σε μία τηλεοπτική του απολογία, ο τότε υπουργός δήλωσε πως «ότι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» και μ’ αυτή τη φράση αποσιωπήθηκε η υπόθεση. Εξάλλου στη χώρα μας τότε ζούσαμε ακόμα στην εποχή των παχιών αγελάδων κι αυτές οι ιστορίες ακούγονταν βαρετές κι αδιάφορες.
Με τα χρόνια διαπιστώσαμε πως το παραπάνω γεγονός ήταν απλά η αρχή. Η οικονομική κρίση που έπληξε την παγκόσμια αγορά, έβγαλε στην φόρα τα άπλυτα αρκετών εταιρειών και προσώπων. Βλέπετε ο συγκεντρωτισμός του παγκόσμιου πλούτου σε λίγα πρόσωπα κλυδώνισε επικίνδυνα τις ψευδείς ισορροπίες του καπιταλισμού, μ’ αποτέλεσμα να αρχίσει το σύστημα να ξερνάει όλους όσους μέχρι σήμερα είχε υπό τη προστασία του.
Οι λίστες που έχουν βγει από τότε είναι πολλές και τα ονόματα αμέτρητα. Λίστα Λαγκάρντ, Λίστα Λιχτενστάιν, Panamas Papers και τώρα τα Paradise Papers. Σε αντίθεση με τις άλλες περιπτώσεις, στην τελευταία έχει ξεκινήσει μία μεγάλη εκστρατεία ανάλυσης των συγκεκριμένων εγγράφων από διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης. Και είναι ευτύχημα που βρέθηκε μία διεθνής δημοσιογραφική ομάδα που αποφάσισε να αποκαλύψει την νόμιμη απληστία κι ανηθικότητα μιας κοινωνικής μειοψηφίας που δυστυχώς έχει στα χέρια της τον έλεγχο της εξουσίας.
Με τα Paradise Papers μου δίνεται η αφορμή να δώσω με καθυστέρηση εννέα χρόνων, μία απάντηση στη δήλωση του τότε υπουργού κι αυτή είναι πως δεν συμβαδίζει το νόμιμο με το ηθικό διότι όπως έχει γίνει φανερό οι νόμοι ψηφίζονται για το συμφέρον λίγων και συγκεκριμένων προσώπων κι όχι για το κοινό καλό. Με αυτούς τους νόμους δεν υπάρχει κανένα ίχνος ήθους, ισότητας και δικαιοσύνης.
Το εξοργιστικό όμως είναι πως ομοϊδεάτες αρκετών απ’ αυτούς που έχουν πιαστεί στα πράσα (και κάποιοι απ’ αυτούς αρκετές φορές), είναι που μας κουνάνε τόσα χρόνια το δάχτυλο απαιτώντας περισσότερους φόρους και λιγότερο κράτος, ρίχνοντας το φταίξιμο στον λαό με το πρόσχημα «μαζί τα φάγαμε». Είναι αυτοί που διαφημίζουν τις φιλανθρωπίες τους ενώ την ίδια στιγμή κρύβουν τεράστια ποσά σε αφορολόγητους παραδείσους στερώντας βασικά έσοδα στο κράτος για να καλύψει τις δαπάνες του σε θέματα υγείας, παιδείας, κοινωνικής πρόνοιας κ.α. Ένας κόσμος γεμάτος λεφτά αλλά φτωχός σε ήθος, ευθύνη, αλληλεγγύη και συνείδηση.
Για μία ακόμη φορά γινόμαστε θεατές ενός ακόμη θανάτου της αστικής δημοκρατίας αλλά δε ξέρουμε προς τα πού να ξεσπάσουμε την οργή μας.

Πρώτη δημοσίευση: aplotaria.gr

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Χωρίς Αγάπη


Άργησα αλλά τελικά πρόλαβα κι είδα την τελευταία ταινία του Αντρέι Σβιάνγκιντσεφ στις σκοτεινές αίθουσες της Αθήνας. Συγκεκριμένα, παρακολούθησα το "Χωρίς Αγάπη" στον πάντα ζεστό και φιλόξενο κινηματογράφο Παλάς στο Παγκράτι. 
Η ταινία μπήκε διακριτικά και με ταπεινότητα στο αθηναϊκό κινηματογραφικό πρόγραμμα. Με τον ίδιο τρόπο προσπάθησε κι ο σκηνοθέτης να πιάσει ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά προβλήματα των ημερών μας, την μοναξιά. Πολλοί χαρακτήρισαν την ταινία αριστουργηματική αλλά η αλήθεια είναι πως για μένα σε αρκετά σημεία ο δημιουργός χάθηκε στην πορεία. 
Ας το πάρουμε όμως από την αρχή. Η ιστορία μας πηγαίνει σε μία παγωμένη πόλη της Ρωσίας. Ένας πιτσιρικάς επιστρέφει από το σχολείο σπίτι του. Η αντικοινωνικότητά του είναι εμφανής. Αποφεύγει τις συναναστροφές με τα υπόλοιπα παιδιά και προτιμάει να περιπλανηθεί μόνος του στο πάρκο. Δείχνει να ευχαριστιέται με απλά πράγματα και να βρίσκει ουσία σε αντικείμενα που για άλλους είναι περιττά. Ένας γνήσιος ονειροπόλος που το βλέμμα του χάνεται στο παράθυρο του δωματίου του καθώς κοιτάει απ' έξω τα άλλα παιδιά που παίζουν. Όμως η τρυφερή ψυχή του πιτσιρικά είναι βαθιά πληγωμένη και σ' αυτό φταίνε οι δυο του γονείς που αποφασίζουν να χωρίσουν. Η πώληση του διαμερίσματος είναι ένα βίαιο κι απότομο ξερίζωμα από τα παιδικάτα του. Φυσικά αυτό είναι αδιάφορο σε δυο ενήλικους ανθρώπους που πλέον έχουν πάρει χωριστούς δρόμους και κοιτούν το δικό τους συμφέρον. Ο πατέρας έχει απορροφηθεί στη δουλειά του κι έχει προχωρήσει ήδη σε μία άλλη σχέση έχοντας αφήσει την νέα του σύντροφο έγκυο κι η μητέρα του έχει παραδοθεί στην αγκαλιά ενός αρκετά μεγαλύτερου σε ηλικία άνδρα. 
Οι συχνοί καβγάδες του ζευγαριού θα σταθούν αφορμή στον μικρό για να εξαφανιστεί. Η αδιαφορία κι η ανευθυνότητα των γονιών γίνεται εντονότερη όταν το συνειδητοποιούν την δεύτερη μέρα κι αφού πρώτα δεχτούν κλήση από το σχολείο. Η ψευδής ηρεμία που αποζητούν στα νέα συντροφικά πρόσωπα εξαφανίζεται καθώς αρχίζουν έναν ανέλπιδο αγώνα για την εύρεση του γιου τους. Κι ενώ έχουμε συνηθίσει σε άλλες ταινίες, οι συμφορές αυτές να μετατρέπονται σε ευκαιρίες επανασύνδεσης, στη συγκεκριμένη περίπτωση διογκώνει περισσότερο το χάσμα των πρωταγωνιστών.


Το θέμα που πιάνει ο Ρώσος δημιουργός είναι όντως ενδιαφέρον κι άκρως ευαίσθητο. Για μένα όμως δεν το χειρίστηκε σωστά καθώς μου άφησε περισσότερο την εντύπωση ενός κατηγορώ κι όχι κάποιων λύσεων ή ουσιωδών αναλύσεων. Για παράδειγμα, βρήκα υπερβολική την προβολή της μάνας που είναι εθισμένη στο κινητό της. Σε κάθε πλάνο την παρατηρούμε σκυμμένη πάνω από τη φωτεινή οθόνη. Στη κουζίνα, στο μετρό, στην αισθητικό της, ακόμα και στο ρομαντικό δείπνο με τον σύντροφό της όπου φωτογραφίζει το ποτό, το πιάτο και τον... σερβιτόρο που της γεμίζει το ποτήρι. Σε πολλά σημεία η υπερβολή άγγιζε λίγο την γελοιότητα ή εκτός κι αν ο Αντρέι Σβιάνγκιντσεφ έχει την εντύπωση πως είμαστε κάπως ηλίθιοι στο να πιάσουμε με την πρώτη το νόημα. 
Την ίδια στιγμή ο πατέρας πέρα από την εργασία, είναι κολλημένος με την τηλεόραση καθώς τον συναντάμε σε αρκετές στιγμές να παρακολουθεί τις εξελίξεις τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά. Εκεί ο δημιουργός όχι μόνο το χειρίστηκε σωστά αλλά καυτηρίασε τον τρόπο που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποβλακώνουν και προπαγανδίζουν την κοινή γνώμη. Αν θυμάμαι καλά δυο θέματα ακούγονται είναι το ουκρανικό και το... τέλος του κόσμου. 
Τα δυο αυτά πρόσωπα προσπάθησαν να συνυπάρξουν σε μία κοινωνία άχρωμη και ψυχρή. Αποτέλεσμα ήταν η γέννηση ενός παιδιού. Από την μία ο άνδρας επεδίωκε να φτιάξει μία οικογένεια κι από την άλλη η γυναίκα προσπάθησε μ' αυτόν τον τρόπο να ξεφύγει από τη δικιά της οικογένεια. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μία παταγώδης αποτυχία. 
Η αναζήτηση των νέων συντρόφων παρουσιάζεται στο έργο ως μία πρόσκαιρη ουτοπική κατάσταση χαράς, έρωτα, πάθους κι αγάπης, η οποία σύντομα λαμβάνει τέλος μόλις κυριαρχήσει η μιζέρια της καθημερινότητας. Κι εδώ ο σκηνοθέτης το χειρίστηκε έξυπνα θέλοντας να δείξει πως η αντικατάσταση των συντρόφων δεν είναι λύση από τη στιγμή που το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι. 
Αυτό που με ενόχλησε στην ταινία είναι που δεν επεδίωξε να μας παρουσιάσει την ευαίσθητη ψυχή του μικρού. Εκεί κατά τη γνώμη μου υπήρχε η λύση του προβλήματος. Στην αγνή κι ανιδιοτελής ονειροπόληση ενός ευαίσθητου ανθρώπου. Γι' αυτό και το δωμάτιο του μικρού ήταν γεμάτο ζωγραφιές στους τοίχους σε αντίθεση με τους υπόλοιπους χώρους και διαμερίσματα τα οποία έδειχναν κενά και ψυχρά. Δυστυχώς αυτό πέρασε επιδερμικά καθώς ο δημιουργός έδωσε έμφαση στη "σφαγή" των δύο συντρόφων.


Παρ' όλα αυτά στην ταινία περιγράφεται η χρεωκοπία των συναισθημάτων και των ηθών και παρουσιάζεται η αδιέξοδη κατάσταση των ανθρώπων που από μόνοι τους παγιδεύονται μέσα στις δικές τους ανασφάλειες. Επιβάλλονται στη κάθε σχέση με κτητικότητα και κρύβουν τις δικές τους ατέλειες με το να κατηγορούν τους άλλους. Το φινάλε της ιστορίας είναι άκρως πεσιμιστικό αλλά δυστυχώς απολύτως ρεαλιστικό. Οι σύγχρονες σχέσεις δεν είναι τίποτα περισσότερο από αρρωστημένες καταστάσεις. 
Επίσης ήταν εξαιρετικές οι ερμηνείες των ηθοποιών. Πέρα από τον μικρό που το πρόσωπό του είναι ήρεμο, φωτεινό και γεμάτο συναισθήματα, των υπολοίπων οι μορφές είναι σκοτεινές, πρόωρα γερασμένες, ψυχρές και κενές. Ένα χαρακτηριστικό που έχω παρατηρήσει και σε άλλες ταινίες του με άλλους ηθοποιούς, κάτι που δείχνει πως το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται στην μαεστρία του σκηνοθέτη. 
Κλείνοντας θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα τελευταίο στοιχείο της ταινίας το οποίο είναι η έλλειψη μουσικής. Αυτό δίνει περισσότερο ρεαλισμό στην εξέλιξη της ιστορίας κι αφήνει χώρο να εκραγεί το δραματικό φινάλε μέσα από τις κραυγές της μάνας και το γοερό κλάμα του πατέρα. 
Η ταινία είναι καλή αλλά όχι εξαιρετική όπως την έχουν παρουσιάσει. Σίγουρα είναι αρκετά καλύτερη από το Λεβιάθαν αλλά απέχει πολύ από το εκπληκτικό ντεμπούτο του σκηνοθέτη.

Βαθμολογία: 6/10

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Συρία: Τρία «μεταπολεμικά» σενάρια



του Σωτήρη Ρούσσου

Καθώς η στρατιωτική ήττα του «Ισλαμικού Κράτους» είναι πια γεγονός, ανοίγει η πραγματική συζήτηση για το μέλλον της Συρίας. Θα δούμε τρεις διαφορετικές εκδοχές συγκρότησης του συριακού κράτους μιας και όλοι, ακόμη και οι πιο στενοί σύμμαχοι του ασαντικού καθεστώτος παραδέχονται ότι δεν είναι δυνατόν η Συρία να επανέλθει στο status quo ante. Καθεμία από τις εκδοχές αυτές εξυπηρετεί τα συμφέροντα συγκεκριμένων διεθνών και περιφερειακών δυνάμεων και βρίσκει αντίθετα τα συμφέροντα άλλων.

Εκδοχή πρώτη: Ομοσπονδία

Η πρώτη εκδοχή είναι και η πιο γνωστή και ευρέως συζητούμενη, αυτή της ομοσπονδίας. Το σχήμα της ομοσπονδίας δεν μπορεί να εφαρμοστεί στη βάση της αντιστοίχισης εδαφικών περιοχών με συγκεκριμένες εθνοθρησκευτικές ομάδες όπως συνέβη στο Ιράκ. Ακόμη και οι περιοχές των Κούρδων στα βορειοανατολικά και των Αλαουϊτών στα δυτικά κατοικούνται από ένα μωσαϊκό εθνοθρησκευτικών ομάδων, κυρίως Αράβων σουνιτών μουσουλμάνων και χριστιανών αποτέλεσμα από την μια μεριά στοχευμένων πληθυσμιακών μετακινήσεων του καθεστώτος Άσαντ, και, από την άλλη, της ραγδαίας αστικοποίησης που σημειώθηκε σε όλη την Μέση Ανατολή στις δεκαετίες του 1970 και 1980.
Οι ΗΠΑ θα προτιμούσαν μια χαλαρή ομοσπονδία με πολύ μειωμένη την εξουσία της κεντρικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα μάλιστα αν αυτή η κυβέρνηση κυριαρχείται από τον Άσαντ ή από τον ασαντικό μηχανισμό. Για τους Αμερικανούς, όπως και για τους Ισραηλινούς, το βασικό πρόταγμα είναι η μεταπολεμική Συρία να μην αποτελεί πια κρίκο στον «άξονα» Ιράν, σιιτικού Ιράκ και Χεζμπολλάχ. Μια χαλαρή ομοσπονδία, όπου τα περισσότερα καντόνια θα έχουν κυρίως σουνιτικό και κουρδικό στοιχείο θα είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθεί από την Τεχεράνη και να ενταχθεί λειτουργικά σε στρατηγικό «άξονα». Μια ισχυρή κεντρική κυβέρνηση με ασαντικό μηχανισμό θα ήταν απολύτως αποδεκτή από το Ιράν αλλά και την Ρωσία αφού η επιρροή της στην χώρα και την ευρύτερη νοτιοανατολική Μεσόγειο θα συνεχιζόταν αμείωτη. Με μια τέτοια επιτυχημένη εξέλιξη θα έχει ανακτήσει το γόητρο της στην διεθνή σκηνή και θα έχει θέσει νέους κανόνες στην λήψη αποφάσεων για τη διαχείριση διεθνών ζητημάτων στην περίμετρό της.
Η ομοσπονδία είτε χαλαρή είτε με ισχυρό κέντρο είναι ανάθεμα για την Άγκυρα. Η συγκρότηση στην Συρία οιουδήποτε ομόσπονδου κράτους υπό το κουρδικό PYD, ομογάλακτο του ΡΚΚ, μόνο κακές εξελίξεις προαναγγέλλει για την Τουρκία. Οι Τούρκοι φοβούνται, όχι αβάσιμα, ότι το ομόσπονδο αυτό κρατίδιο θα καταστεί ασφαλές πολιτικό αν όχι και στρατιωτικό καταφύγιο για τους Κούρδους ακτιβιστές και αντάρτες στην Τουρκία με αποτέλεσμα την διατήρηση της χαίνουσας πληγής που ταλανίζει εδώ και 30 χρόνια το τουρκικό κράτος. Φαίνονται μάλιστα έτοιμοι να λάβουν κάθε μέτρο για την αποτροπή μιας τέτοιας εξέλιξης ακόμη και αν αυτό τους στοιχίσει μια βαθιά κρίση του εδώ και πάνω από μισό αιώνα εδραιωμένου νατοϊκού-δυτικού προσανατολισμού της χώρας.

Εκδοχή δεύτερη: Θεσμικά αντίβαρα

Η δεύτερη εκδοχή είναι αυτή των θεσμικών αντίβαρων, στο μοντέλο του Λιβάνου, όπου κάθε εθνοθρησκευτική κοινότητα λαμβάνει συγκεκριμένες θέσεις και ποσοστώσεις στον κυβερνητικό και κρατικό μηχανισμό και στην κοινοβουλευτική αντιπροσώπευση έτσι ώστε να μην κυριαρχήσει μία κοινότητα επί των άλλων. Στην περίπτωση, όμως, της Συρίας οι Άραβες σουνίτες μουσουλμάνοι ξεπερνούν το 50% και θα είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθούν μια μειωμένη σε σχέση με το μέγεθος της κοινότητάς τους επιρροή στο κράτος. Ιδιαίτερα μάλιστα αν αναλογιστεί κανείς ότι τα τελευταία πενήντα περίπου χρόνια βρίσκονται εκτός κρατικού νυμφώνος από την πολιτικά κυρίαρχη αλαουϊτική κοινότητα που δεν ξεπερνά το 15% του συριακού πληθυσμού. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ δεν θα ήταν αρνητικές σε ένα τέτοιο σύστημα αφού με την συνεχή ανάγκη για consensus θα αποδυνάμωνε πλήρως τον ασαντικό μηχανισμό και θα διέλυε τον ιρανικό άξονα. Για την Τεχεράνη ένα τέτοιο σύστημα ενώ είναι ευπρόσδεκτο στον Λίβανο μιας και ενισχύει την σύμμαχό της Χεζμπολλάχ, είναι προβληματικό για τη Συρία γιατί αποδυναμώνει τον ασαντικό μηχανισμό. Για την Άγκυρα η λύση αυτή είναι αποδεκτή αν δεν οδηγεί στην ομοσπονδοποίηση και το ίδιο ισχύει και για την Μόσχα αν ο Άσαντ παραμείνει τυπικά στην προεδρία και αν δεν χάσει την παρουσία της στην νοτιονατολική Μεσόγειο. Τέλος, η Σαουδική Αραβία, που επιθυμεί να παίξει τον ρόλο της προστάτιδας δύναμης των σουνιτών στην περιοχή θα δυσαρεστηθεί αν για μια ακόμη φορά μετά τα Ιράκ οι σουνίτες υποβαθμιστούν πολιτικά.

Εκδοχή τρίτη: Ζώνες πολιτικής επιρροής

Η τρίτη εκδοχή είναι αυτή των ζωνών πολιτικής επιρροής, δηλαδή μια ζώνη ελεγχόμενη από τον Άσαντ, μια ζώνη ελεγχόμενη από τις κουρδικές οργανώσεις και μια ζώνη από πολέμαρχους. Η χώρα θα έχει μια διεθνή προσωπικότητα και θα εκπροσωπείται από μια κυβέρνηση (πιθανόν της Δαμασκού), η οποία όμως δεν θα ασκεί εσωτερική κυριαρχία, κάτι που έχουμε δει να συμβαίνει κατά καιρούς στην Κεντρική και την Υποσαχάρια Αφρική. Στην περίπτωση αυτή θα εναλλάσσονται διαστήματα ηρεμίας και χαμηλής έντασης και τόσο η Τουρκία όσο και το Ισραήλ θα μπορούν να επεμβαίνουν κατά βούληση, η πρώτη κατά των Κούρδων και το δεύτερο κατά των κινήσεων των Ιρανών και της Χεζμπολλάχ στην χώρα. Μια τέτοια όμως κατάσταση θα επιτρέπει την μόνιμη παρουσία των Ιρανών και της Χεζμπολλάχ στο συριακό έδαφος δημιουργώντας αίσθηση απειλής και πονοκεφάλους στην ισραηλινό στρατηγικό σχεδιασμό. Επίσης μια τέτοια κατάσταση αστάθειας, ανομίας και χαμηλής έντασης θα αποτρέψει οποιαδήποτε ανοικοδόμηση σε πολλές περιοχές της Συρία και θα δημιουργήσει συνθήκες για αναβίωση φαινομένων ανάλογων προς το «Ισλαμικό Κράτος». Τόσο η Ρωσία όσο και το Ιράν απεύχονται μια τέτοια κατάσταση μιας και θα σήμαινε την συνεχή παραμονή τους στην χώρα και στρατιωτική/οικονομική αιμορραγία για την στήριξη του καθεστώτος Άσαντ σε μια παρατεταμένη διένεξη χωρίς διαφαινόμενο τέλος. Αλλά και άλλες χώρες όπως η Ιορδανία και ο Λίβανος βλέπουν πολύ πιθανή την επέκταση της αποσυνθετικής αυτής κατάστασης στο έδαφος τους, ενώ για τις χώρες της μεσογειακής περιμέτρου τα προσφυγικά ρεύματα θα συνεχίζονται.

* Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι αναπληρωτής καθηγητής στο πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr.

Πηγή: Εποχή

Δευτέρα, 6 Νοεμβρίου 2017

Το φασιστικό προσωπείο της Ευρώπης



της Νάντια Ουρμπινάτι
Μετάφραση: Μαρία Γαβαλά

Το εκλογικό αποτέλεσμα των γερμανικών και των αυστριακών εκλογών καταδεικνύει τις πολιτικές αλλαγές που διαμορφώνονται στη Γηραιά Ήπειρο, το προφίλ της οποίας εμπλουτίζεται αδιαμφισβήτητα με δεξιά ναζιστικοφασιστικά χαρακτηριστικά. Ο λαϊκισμός συνιστά το όχημα και τη στρατηγική μέσω της οποίας οι παλιές δεξιές αντιλήψεις (ρατσισμός, εθνικισμός, ανισότητα) έχουν υιοθετηθεί προκειμένου να προσεταιριστούν το μετριοπαθές εκλογικό σώμα. Τη στρατηγική αξιοποιούν επιτυχώς τα κόμματα της Δεξιάς, γιατί τους εξασφαλίζει την έξοδο από την απομόνωση στην οποία η σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία τούς είχε εξοστρακίσει για δεκαετίες.
Ο Σεμπάστιαν Κουρτς, ηγέτης του λαϊκού κόμματος, το μετέτρεψε σε ένα κίνημα εύκαμπτο, με επιθετική παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ιδιαίτερα προσεκτικός σε ό,τι αφορά την εικόνα του και ικανός στην αξιοποίηση εύστοχων θεματικών: φόβος της παράνομης μετανάστευσης, ανησυχία για την απασχόληση, υποχώρηση της ευημερίας.
Η Αυστρία είναι μία από τις πιο πλούσιες χώρες της Ευρώπης, με τους μετανάστες να ανέρχονται στο 15% του πληθυσμού. Η εκλογική εκστρατεία του Κουρτς ήταν εστιασμένη με εμμονή στην κινδυνολογία και τον φόβο, έτσι ώστε να διαμορφώσει την αντίληψη μιας χώρας αποξενωμένης από τους ίδιους τους Αυστριακούς, στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης και με ορατό τον κίνδυνο δημιουργίας μουσουλμανικής πλειοψηφίας. Ο προσωποπαγής χαρακτήρας και η ριζοσπαστικοποίηση του μηνύματος συνέβαλαν στην απογείωση του κόμματός του. Το ίδιο αποτελεσματική ήταν και η στρατηγική του ακροδεξιού νεοναζιστικού κόμματος, το αποκαλούμενο της ελευθερίας, υπό τον Χάινζ Κρίστιαν Στράσε, που θα μπορούσε να αποτελέσει σύμμαχο του Κουρτς.
Η συνταγή για τη διακυβέρνηση της χώρας είναι ένα μείγμα προστατευτισμού και φιλελευθερισμού, με κλείσιμο των συνόρων στους μετανάστες, ενδυνάμωση της καθολικής ταυτότητας της χώρας, ασφάλεια και μείωση της φορολογίας. Συμμαχία φιλελεύθερων και εθνικιστών. Η “ανακαίνιση” των δύο δεξιών σχηματισμών απέδωσε... Η ασκούμενη κριτική στον τεχνοκρατικό προσανατολισμό των Βρυξελλών δεν οδηγεί πλέον σε πρόταση εξόδου από την Ένωση. Η Ευρώπη πρέπει να κατακτηθεί και όχι να εγκαταλειφθεί. Ο δεξιός υπερεθνικός λαϊκισμός δεν προτείνει την επιστροφή στα ανεξάρτητα εθνικά κράτη, δεν χαρακτηρίζεται από τη νοσταλγία για την Ευρώπη, την πριν από τη συνθήκη της Ρώμης. Έχει κατανοήσει τη χρησιμότητα της Ε.Ε. που, όμως, θέλει να κατευθύνει σε αυτό που ο Ούγγρος ηγέτης Βίκτορ Όρμπαν προσδιόρισε ως την πνευματική ταυτότητα της ηπείρου: τη χριστιανοσύνη.
Η εκκοσμίκευση, ιδιαίτερα για τη δυτική Ευρώπη, συνιστά ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός. Η αναφορά, κατά συνέπεια, στη χριστιανοσύνη είναι στην ουσία αναφορά στην εθνική ταυτότητα και πολύ λιγότερο στο θρησκευτικό αίσθημα. Ο λαϊκισμός της Δεξιάς καθίσταται ένα πλάνο διαμόρφωσης μιας υπερεθνικής ταυτότητας.
Η ιστορία του λαϊκισμού είναι μπολιασμένη με την ιστορία της δημοκρατίας, μια αναμέτρηση με τη συνταγματική δημοκρατία στην αντιπροσώπευση του λαού που στις ευρωπαϊκές χώρες ταυτίζεται με το έθνος. Η τάση της ταύτισης του λαού με μια ομοιογενή οργανική οντότητα είναι ο κινητήριος μοχλός αυτής της εδραιωμένης αντίληψης της πλειοψηφίας προκειμένου να υποβαθμιστούν η αντιπολίτευση και, κυρίως, οι πολιτισμικές μειονότητες.
Οι μεταπολεμικές δημοκρατίες κατόρθωσαν να εξουδετερώσουν αυτή την ολιστική αντίληψη. Όμως, το τέλος αυτού του διαχωρισμού δημιούργησε σήμερα το πρόβλημα, στη διαμόρφωση του οποίου συνέβαλε αυτή η ίδια η Αριστερά, όπου, στα χνάρια του μπλερισμού, καλλιέργησε την επιθυμία της υπέρβασής του. Μια ατυχής καταστροφική επιλογή που προετοίμασε το έδαφος για τη Δεξιά.
Η υιοθέτηση λαϊκιστικών επικοινωνιακών στρατηγικών εμφανίζεται να επικρατεί εφόσον το ακροατήριο έχει αδύναμες ιδεολογικές αναφορές και γίνεται εύκολη λεία σε εύπεπτα - γενικόλογα μηνύματα. Η κατάρρευση του ποσοστού συμμετοχής στις εκλογικές διαδικασίες, συνεπακόλουθο της υποβάθμισης της διάκρισης Δεξιάς / Αριστεράς, συνιστά μια ανησυχητική επισήμανση που δεν γίνεται, δυστυχώς, αντιληπτή σε ό,τι έχει απομείνει να εκφράζει την Αριστερά.
Το πρόσφατο αποτέλεσμα των γερμανικών και αυστριακών εκλογών αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα της ζημιάς που προκάλεσε στη δημοκρατία η πεποίθηση ότι Αριστερά και Δεξιά είναι παρελθόν. Αυτή τη νοσηρή αντίληψη επωφελείται η Δεξιά, η οποία ουδέποτε θεώρησε τη διαφοροποίηση Δεξιά / Αριστερά ως παρελθούσα και παροπλισθείσα.

Απόσπασμα κειμένου της Νάντια Ουρμπινάτι στην εφημερίδα "La Repubblica", 17.10.2017
Πηγή: Αυγή

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Κρησφύγετο στο μέλλον



του Περικλή Κοροβέση

Στην αρχαία Αθήνα δεν μπορούσες να είσαι πολίτης, αν ταυτόχρονα δεν ήσουν και οπλίτης. Και από άποψη ορθογραφίας είναι ένας ελάχιστος αναγραμματισμός. Εξαρτάται πού θα βάλεις το όμικρον. Πριν ή μετά το πι. Το νόημα δεν αλλάζει. Απλά οι λειτουργίες αλλάζουν. Στην περίπτωση του πολίτη, όπλο είναι ο λόγος. Στον οπλίτη λόγος είναι το όπλο του. Γιατί μόνον έτσι θα καταλάβει ο εχθρός.
Αλλά ο σκοπός είναι ίδιος. Ο ελεύθερος πολίτης υπεράσπιζε τις αξίες του. Ο μισθοφόρος τον μισθό του. Και έτσι μπορούμε να καταλάβουμε τον Μαραθώνα και τους άλλους μαραθώνιους αγώνες που έκανε η ανθρωπότητα. Και μια μικρή λεπτομέρεια. Η ασπίδα του οπλίτη δεν ήταν για τον εαυτό του. Αλλά για τον διπλανό του. Με το δεξί χέρι πολεμούσε και με το αριστερό χέρι που είχε την ασπίδα υπεράσπιζε τον σύντροφό του. Η φιλότης ήταν η υπέρτατη αρετή.
Αλλά ο πολίτης είχε και άλλες «αγγαρείες». Τη μια έπρεπε να είναι βουλευτής, την άλλη δικαστής και στην καθημερινή του ζωή αγρότης ή τεχνίτης. Και όλα αυτά γίνονταν αγόγγυστα. Και γιατί γίνονταν όλα αυτά; Ηταν μια προχρονολογημένη απάντηση στο αίτημα των Ινδιάνων της εξεγερμένης Τσιάπας, στο μακρινό Μεξικό: Δεν θέλουμε την εξουσία. Θέλουμε εξουσία. Και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι θα απαντούσαν:
Εχουμε την εξουσία. Δεν μας χρειάζεται καμιά άλλη εξουσία πάνω από τα κεφάλια μας. Γιατί αυτό θα είναι Τυραννία. Αυτά μοιάζουν παραμύθια. Και όμως, αυτή ήταν η ιστορική πραγματικότητα εδώ και 2.500 χρόνια. Και εμείς που λεγόμαστε Ελληνες την αγνοούμε.
Σήμερα όλοι μιλάμε για κρίση. Οικονομική, πολιτική, κοινωνική, πνευματική, κρίση του συστήματος, κρίση των κομμάτων. Ολοι μάς πρόδωσαν. Ολα τα κόμματα είναι ίδια. Τι Ν.Δ., τι ΠΑΣΟΚ, τι ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. Να μην ξεχνάμε βέβαια τους κακούς Αμερικανούς και τους μοχθηρούς Ευρωπαίους που μας κατάντησαν αποικία τους και χάσαμε κάθε ανεξαρτησία. Ολοι φταίνε εκτός από μας, που είμαστε καθ’ έξιν θύματα. Γιατί εμείς οι φτωχοί δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Για να δούμε τα πράγματα λίγο πιο λεπτομερειακά: Οι ΗΠΑ ή η Ε.Ε. έκαναν εισβολή και επέβαλαν ένα κατοχικό καθεστώς; ‘Η μήπως μια ελληνική κυβέρνηση, με τη δική της θέληση -και φυσικά για το αμοιβαίο συμφέρον των δύο συμβαλλόμενων μερών- υπέγραφε φαρδιά-πλατιά τα πάντα; Δεν έχουν ευθύνη αυτές οι κυβερνήσεις;
Απολογήθηκε ποτέ καμιά κυβέρνηση, έστω και σε επίπεδο αυτοκριτικής ή ακόμα και σε επίπεδο απολογισμού λαθών; Πάντα τα λάθη είναι των άλλων. Και αυτές τις κυβερνήσεις ποιος τις εξέλεξε; Περίπου το 35-40% του εκλογικού σώματος απέχει. Αρα μιλάμε για κυβερνήσεις μιας μεγάλης μερίδας του ελληνικού λαού, αλλά όχι όλου του λαού, που αφήνει απ’ έξω μια τεράστια μειοψηφία που μετράει σε εκατομμύρια. Αυτές οι κυβερνήσεις, και όταν ακόμα πάρουν την πλειοψηφία των ψηφισάντων, είναι μειοψηφία στον κορμό των εγγεγραμμένων. Τα πραγματικά ποσοστά των κομμάτων είναι περίπου τα μισά από αυτό που διεκδικούν.
Η αρχή της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας είναι πως η πλειοψηφία κυβερνά και η μειοψηφία ελέγχει. Στην πράξη είναι ακριβώς το αντίθετο. Η μειοψηφία κυβερνά, ένα μέρος της αντιπολιτεύεται και η πλειοψηφία απέχει. Αυτό δεν είναι ολιγαρχία; Και όταν ψηφίζουμε τέτοια καθεστώτα, εμάς δεν μας χρειάζονται και δεν μας υπολογίζουν. Θα μας χρειαστούν για κορόιδα στις επόμενες εκλογές για να νομιμοποιήσουμε τα συμφέροντα της εξουσίας.
Λογικά, λοιπόν, δεν μας φταίει κανείς. Εμείς μόνοι μας ψηφίζουμε τις συμφορές μας. Μήπως το πραγματικό μας πρόσωπο πρέπει να το ψάξουμε στον τηλεοπτικό μας καθρέφτη και να δούμε πως είμαστε τα μεγάλα ποσοστά τηλεθέασης του «Survivor»; Μήπως κατοικούμε στα πρωινάδικα και το βράδυ για ξεκούραση, όταν η οικογένεια πάει για ύπνο, βλέπουμε κάποια τσόντα; ‘Η ίσως το Τζόκερ, που μοιράζει εκατομμύρια, θα διαλέξει εμάς, ως τον περιούσιο παίκτη; Και το αυτοκίνητό μας, εικονοστάσι. Αν τα παραπάνω ισχύουν, τότε ο ναζισμός έχει έτοιμη τη βάση του.
Και φυσικά δεν θα κατέβει με σύνθημα: «Δημιουργήστε ένα και δύο και τρία Αουσβιτς», αλλά θα φωνάζει: «Κάτω το σάπιο καθεστώς της φαυλοκρατίας» και «έξω οι ξένοι που μολύνουν τη φυλή μας». Αλλά προσοχή. Οχι όλοι οι ξένοι που είναι τουρίστες, αλλά μόνον αυτοί που είναι κυνηγημένοι, αδύναμοι και απροστάτευτοι. Ολοι όσοι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Μας λένε πως οι πρόσφυγες, οι κυνηγημένοι και οι ανήμποροι, με διαφορετικές καταβολές, πολιτισμό και θρησκεία θα αλλάξουν τον πολιτισμό μας. Αυτό ποτέ και πουθενά δεν έγινε. Παράδειγμα οι ΗΠΑ. Δεκάδες πολιτισμοί και κουλτούρες αφομοιώθηκαν και ίσως έφεραν τις ΗΠΑ σήμερα στην πρώτη γραμμή της σκέψης και της δημιουργίας. Οι ΗΠΑ δεν είναι μόνο Τραμπ.
Αλλά τι κάνουμε εμείς που δεν ανήκουμε σε αυτή την κατηγορία; Ο,τι κάνουν και τα κυνηγημένα ζώα. Βρίσκουμε καταφύγιο στο μέλλον, που θα το χτίσουμε από τώρα, με μικρές κινήσεις, αλλά σταθερές. Και θα κελαηδάμε, γιατί έτσι αναπνέουμε.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών